Του Μανώλη Κονσολάκη
Η ολοκλήρωση της αποκατάστασης της Δημοτικής Αγοράς Χανίων θα έπρεπε να σηματοδοτεί την επιστροφή στην κανονικότητα για έναν από τους πλέον εμβληματικούς χώρους της πόλης.
Ωστόσο, οι τιμές με τις οποίες κατοχυρώθηκαν καταστήματα σε νέους επιχειρηματίες μέσω της πρόσφατης δημοπρασίας προκαλούν έντονο προβληματισμό στους παλαιούς καταστηματάρχες που αναμένουν την επιστροφή τους στο ανακαινισμένο κτίριο.
Η ανησυχία δεν είναι αβάσιμη. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε της έναρξης των εργασιών, οι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνταν στη Δημοτική Αγορά αποδέχθηκαν να αποχωρήσουν χωρίς να δημιουργήσουν προσκόμματα, αποφεύγοντας ασφαλιστικά μέτρα και δικαστικές προσφυγές που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν περαιτέρω το έργο.
Η στάση αυτή στηρίχθηκε και στις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί από δύο διαδοχικές δημοτικές αρχές (Βάμβουκα και Σημανδηράκη), ότι η επιστροφή τους δεν θα συνοδευόταν από ενοίκια δραματικά υψηλότερα από εκείνα που κατέβαλλαν πριν την ανακαίνιση.
Σήμερα, όμως, τα ποσά που καταβλήθηκαν από νέους επιχειρηματίες για τα άδεια καταστήματα δημιουργούν νέα δεδομένα. Παρά το διαφορετικό καθεστώς που θα ισχύσει για τους παλαιούς μισθωτές, είναι λογικό να γεννώνται ερωτήματα για το ύψος του τιμήματος που θα κληθούν τελικά να καταβάλουν.
Το ζήτημα ξεπερνά τα στενά όρια μιας εμπορικής διαπραγμάτευσης. Η Δημοτική Αγορά Χανίων δεν είναι ένα ελίτ εμπορικό συγκρότημα που απευθύνεται αποκλειστικά σε επισκέπτες με υψηλή αγοραστική δύναμη.
Είναι ένας ιστορικός χώρος, ταυτισμένος με τη ζωή της πόλης, με μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, τοπικά προϊόντα και μια εμπορική δραστηριότητα που επί δεκαετίες εξυπηρετεί πρωτίστως τους κατοίκους των Χανίων.
Η διατήρηση αυτής της φυσιογνωμίας αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης ημέρας. Διότι αν η οικονομική πραγματικότητα οδηγήσει σταδιακά στην απομάκρυνση των παραδοσιακών επαγγελματιών και στην αντικατάστασή τους από δραστηριότητες που απευθύνονται αποκλειστικά στον τουρισμό ή σε κοινό υψηλότερων εισοδημάτων, τότε η Αγορά μπορεί να διατηρήσει το κέλυφός της, αλλά να χάσει την ψυχή της.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Δήμος οφείλει να διασφαλίζει έσοδα και να αξιοποιεί την περιουσία του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει επίκαιρο. Αξίζει ένα πρόσκαιρο οικονομικό όφελος αν το τίμημα είναι η αλλοίωση του χαρακτήρα ενός χώρου που διατήρησε αναλλοίωτη την ταυτότητά του για περισσότερο από έναν αιώνα;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Δημοτικής Αγοράς Χανίων.


