Γράφει ο Όθωνας Χαραλαμπάκης*
Το τελευταίο ηχηρό επεισόδιο ήταν η ομιλία Βανς στη Διάσκεψη του Μονάχου. Τα μιντιακά σχόλια που προκάλεσε είχαν στο επίκεντρό τους λέξεις όπως «σοκ», «παγωμάρα» και συναφή. Ο «αιφνιδιασμός» ήταν η λέξη κλειδί, η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον.
Ήταν όμως έτσι; Οι θέσεις της νέας αμερικανικής κυβέρνησης ήταν κεραυνός εν αιθρία για την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία;
Πέρα από τις κορόνες και ορισμένα grotesco επιχειρήματα ούτε ο Βανς ούτε κανείς άλλος αξιωματούχος αυτής της αμερικανικής κυβέρνησης εισέφερε κάτι καινούργιο στη συζήτηση μετά τις 20 Ιανουαρίου.
Η στροφή του αμερικανικού γεωπολιτικού ενδιαφέροντος στη νοτιοανατολική Ασία είναι δεδομένη εδώ και μια 15ετία. Τον Νοέμβριο του 2011, επί προεδρίας Ομπάμα διακηρύχθηκε ως βασικό δόγμα της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής και κωδικοποιήθηκε ως «pivot to Asia». Έκτοτε δεν συνιστά είδηση. Είδηση συνιστά, μόνο ως συνειδητοποίηση μιας ήδη γνωστής πληροφορίας. Και αυτό συμβαίνει αυτές τις ημέρες.
Συνοπτικά το νέο αυτό δόγμα σημαίνει δύο πράγματα: Αρχικά ότι για πρώτη φορά οι ΗΠΑ νιώθουν περιορισμό διαθέσιμων πόρων. Η υπερέκταση της περιόδου της ηγεμονίας τους από το 1990 -και ειδικά στα χρόνια της νεοσυντηρητικής ατζέντας Μπους του νεότερου- υπερέβη τις δυνατότητές τους. Δεύτερον, ότι για πρώτη φορά αξιολογούν πως έχουν αντίπαλο δυνητικά ισχυρότερό τους σε μικρό, μάλιστα, βάθος χρόνου. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η σοβιετική πλευρά παρουσιαζόταν ανταγωνιστική με όρους δύναμης πυρός (πυρηνικής), όχι όμως οικονομικής ή και τεχνολογικής. Η Κίνα είναι ήδη απείρως ισχυρότερη οικονομικά του όσο ποτέ υπήρξε η ΕΣΣΔ, βρίσκεται κοντά στις ΗΠΑ τεχνολογικά και έχει τις προδιαγραφές να τις απειλήσει και εξοπλιστικά.
Με βάση αυτά, η όποια απειλή εκπορεύεται από τη Μόσχα θεωρείται και είναι υποδεέστερη της κινεζικής. Στην αμερικανική αυτή θεώρηση, η Ρωσία είναι πρόβλημα της Ευρώπης. Κάπως έτσι ο Ομπάμα δεν αντέδρασε στην προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Η Ε.Ε., πλήρως ανέτοιμη, ανέλαβε τότε τις συμφωνίες του Μινσκ που αποδείχθηκαν θνησιγενείς.
Όταν οκτώ χρόνια αργότερα ο ρωσικός στρατός ξεκινούσε τη μεγαλύτερη εισβολή και τον μεγαλύτερο πόλεμο στην Ευρώπη μετά το 1939, δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός ευρωπαϊκής ασφαλείας. Η Ρωσία προσπάθησε με πόλεμο να αλλάξει την κυβέρνηση ευρωπαϊκού κράτους και να κυριεύσει τουλάχιστον μέρος αυτού και η Ε.Ε. δεν διέθετε κανένα πρακτικό αντίμετρο. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, η τελευταία «ατλαντική» αμερικανική κυβέρνηση, παρενέβη, χωρίς όμως σχέδιο εξόδου.
Η εκλογική νίκη του Τραμπ σηματοδότησε πλέον ότι η Ε.Ε. είναι μόνη της στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποφασίσει να αναλάβει πλήρως όλα τα βάρη που αφορούν την άμυνά της. Πριν από αυτό, όμως, υπάρχουν και άλλες αποφάσεις που πρέπει να λάβει. Κοινή άμυνα σημαίνει, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό, εκχώρηση κυριαρχίας. Είναι έτοιμα τα κράτη μέλη και ποια από αυτά;
Διότι θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι δεν είναι μόνο για λόγους μεταστροφής του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ που η κυβέρνηση Τραμπ εκδηλώνει έτσι την εξωτερική της πολιτική έναντι της Ε.Ε.. Ένα παραπάνω είναι και το γεγονός ότι ο τραμπικός εθνικισμός σιχαίνεται τα πολυεθνικά μορφώματα σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση και σαφώς στη θέση τους θα προτιμούσε να συνδιαλέγεται με εθνικά κράτη κατακερματισμένης ισχύος. Όπως ακριβώς προτιμά και η σημερινή Ρωσία. Με δεδομένο μάλιστα ότι ο εθνικισμός χαρακτηρίζει όλες τις λοιπές μεγάλες δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα, Ινδία) η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει ακόμα περισσότερο με μια απομονωμένη παραδοξότητα στη διεθνή σκηνή.
Το ερώτημα επομένως για την κοινή άμυνα της Ε.Ε. είναι κατεξοχήν και πρωτίστως υπαρξιακό. Αν δεν το απαντήσει πειστικά θα έχει το μέλλον μιας χαλαρής Τελωνειακής Ένωσης, στο σημείο συνάντησης των ζωνών επιρροής ΗΠΑ και Ρωσίας. Και πόσο πειστικά μπορεί να απαντήσει ένα τέτοιο ερώτημα, όταν εν μέσω οικονομικής κρίσης αναδύονται και πάλι και οι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί; Όταν εντείνονται τα αιτήματα για «βούτυρο» πώς χωράνε πολιτικά εκείνα για τα «κανόνια» χωρίς την ολισθηρή συνδρομή του εθνικισμού;
* Όθωνας Χαραλαμπάκης ιστορικός – επικοινωνιολόγος













