Βασίλης Διγαλάκης: Κάν’ το όπως η Κύπρος

0
42

Οταν το 1974 ο «Αττίλας» εισέβαλε στην έτερη ελληνική μεγαλόνησο, οι Κύπριοι ήταν φτωχοί. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους ήταν τότε μόλις το ένα τρίτο από αυτό της Ελλάδας. Η ψαλίδα έκλεισε περίπου το 1986, όταν οι Κύπριοι κατάφεραν να φτάσουν στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας. Μέχρι λίγο πριν από την κρίση του 2010, το επίπεδο πλούτου των Ελληνοκυπρίων και των υπολοίπων Ελλήνων ήταν σχεδόν το ίδιο. Και παρά το ότι η κρίση έπληξε και τις δύο χώρες, σήμερα οι Κύπριοι είναι περίπου 35% πλουσιότεροι από ό,τι εμείς.

Ομως, η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ο μόνος τομέας όπου οι Κύπριοι τα καταφέρνουν καλύτερα από τους Ελληνες. Μέχρι και το 1992, η Κύπρος δεν είχε κανένα πανεπιστήμιο. Οι Κύπριοι νέοι ήταν υποχρεωμένοι να έρθουν στην Ελλάδα προκειμένου να σπουδάσουν.

Σήμερα, η Κύπρος διαθέτει τρία εξαιρετικά δημόσια πανεπιστήμια (το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι σταθερά ανάμεσα στα 400 καλύτερα του κόσμου) αλλά και πέντε ιδιωτικά. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει περίπου τους μισούς φοιτητές από το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ο προϋπολογισμός του για το 2018 ήταν 135 εκατομμύρια ευρώ, από τα οποία τα 47,5 ήταν η άμεση κρατική δαπάνη, όταν για το Πανεπιστήμιο Κρήτης μόλις ξεπερνούσε τα 52 εκατομμύρια, με κρατική δαπάνη περίπου 35 εκατομμύρια.

Ουσιαστικά, για κάθε φοιτητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, η δημόσια δαπάνη ήταν περίπου η τριπλάσια. Την ίδια στιγμή, το θεσμικό πλαίσιο όχι μόνο διευκολύνει, αλλά ενθαρρύνει την εμπλοκή των πανεπιστημίων στην οικονομική δραστηριότητα ως μοχλών καινοτομίας και ανάπτυξης. Ετσι, πέρυσι το Πανεπιστήμιο Κύπρου ξεκίνησε ένα πρωτοποριακό έργο για την ανασύσταση της καλλιέργειας χαρουπιάς σε χέρσες εκτάσεις που θα παραχωρηθούν από το κράτος.

Το πρόγραμμα θα δημιουργήσει ένα φυσικό δάσος από 40.000 χαρουπιές, ενώ οι ερευνητικές δραστηριότητες θα βοηθήσουν στην παραγωγή καινοτόμων προϊόντων με στόχο η αγροτική παραγωγή χαρουπιού να επανέλθει στα επίπεδα που είχε πριν από το 1974.

Στην Κύπρο σήμερα σπουδάζουν 48.000 νέοι, εκ των οποίων οι μισοί, δηλαδή 24.000, είναι αλλοδαποί. Η Κύπρος έχει αναδειχθεί σε έναν εξωστρεφή πόλο έλξης για νέους ανθρώπους που ζουν, σπουδάζουν και δημιουργούν στο νησί.

Οταν, κατά τη διάρκεια της πρυτανικής μου θητείας στο Πολυτεχνείο Κρήτης, έπειτα από πολλή προσπάθεια, δημιουργήθηκαν δύο εξειδικευμένα μεταπτυχιακά προγράμματα με δίδακτρα για τους αλλοδαπούς φοιτητές, υπήρξε θερμή ανταπόκριση από ξένους φοιτητές. Λίγο μετά, ο υπουργός Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Γαβρόγλου έβαλε εμπόδια στη λειτουργία μεταπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα στα αγγλικά, ακυρώνοντας τις προσπάθειες των ελληνικών πανεπιστημίων για εξωστρέφεια.

Αν κανείς βρεθεί Πέμπτη απόγευμα στο αεροδρόμιο της Πάφου, θα εκπλαγεί από το πλήθος μαθητών από χώρες της Μέσης Ανατολής. Εύπορες οικογένειες επιλέγουν την Κύπρο, προκειμένου να στείλουν τα παιδιά τους να φοιτήσουν στο Λύκειο και στο Γυμνάσιο.

Παρόμοια εικόνα εξωστρέφειας παρουσιάζει η Κύπρος και στον τουρισμό. Καθώς το νησί τους υστερεί σημαντικά σε φυσικό πλούτο, οι Κύπριοι προσπάθησαν να αναδείξουν τα υπόλοιπα ανταγωνιστικά του πλεονεκτήματα. Το νησί διαθέτει σήμερα 1.600 θέσεις ελλιμενισμού σε μαρίνες.

Μέσα στα επόμενα χρόνια θα έχουν αυξηθεί σε πάνω από 4.000, καθώς ήδη κατασκευάζονται μαρίνες στην Αγία Νάπα, στο Παραλίμνι της Πάφου, ενώ θα επεκταθεί και η υφιστάμενη μαρίνα Λάρνακας. Και φυσικά οι μαρίνες είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η Κύπρος αναπτύσσει δυναμικά τον τομέα των πολυτελών ακινήτων, κεφαλαιοποιώντας με δυναμικό τρόπο τη σταθερότητα που της δίνει η θέση της στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει επί μακρόν: να αναφέρει τις υποδομές, τους φορολογικούς συντελεστές, το εν γένει φιλικό κλίμα προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Και όλα αυτά, σε μια χώρα που κατοικείται από Ελληνες, που μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση 25 χρόνια ύστερα από εμάς, που είναι διχοτομημένη και ζει υπό μια διαρκή απειλή.

Σε ένα άνυδρο νησί περίπου στο μέγεθος της Κρήτης, χωρίς αντίστοιχη φυσική ομορφιά ή αρχαιολογικούς θησαυρούς. Μήπως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι απλώς ο τρόπος που σκεφτόμαστε και οι συνταγές που ακολουθούμε από τη μεταπολίτευση και μετά;

(άρθρο στην εφημερίδα «Καθημερινή»)