Τεράστια απάτη από δύο εταιρείες, με προμήθειες αναλώσιμων σε νοσοκομεία

0
77

Απάτη εκατομμυρίων ευρώ από δύο εταιρείες που προμήθευαν δημόσια νοσοκομεία με ιατρικά αναλώσιμα, όπως βηματοδότες, αποκάλυψε η έρευνα των επίκουρων εισαγγελέων κατά της διαφθοράς Αντώνη Ελευθεριάνου και Γιάννη Σέβη.

Έχοντας ως “όχημα” δύο εταιρείες “βιτρίνες” στην Κύπρο και μέσω τριγωνικών συναλλαγών, επιδόθηκαν σε μία αλόγιστη υπερκοστολόγηση την περίοδο 2005-2009, όπως προέκυψε από την εισαγγελική έρευνα, χρεώνοντας υλικά και μηχανήματα με “καπέλο” σχεδόν 50 εκατ. ευρώ.
Με εντολή της επικεφαλής της Εισαγγελίας Εγκλημάτων Διαφθοράς Ελένης Ράικου ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των νόμιμων εκπροσώπων των δύο εταιρειών για απάτη κατ’ εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου.

Τι αποκάλυψε η έρευνα

Σύμφωνα με πληροφορίες, από την έρευνα προέκυψε ότι στις χρήσεις 2005 έως 2009 και στις χρήσεις 2006 και 2007, αντίστοιχα, οι δυο ελληνικές εταιρείες – προμηθεύτριες ιατρικού υλικού σε δημόσια νοσοκομεία – πραγματοποίησαν αγορές εμπορευμάτων από συνδεδεμένες αλλοδαπές εταιρείες με έδρα την Κύπρο. Οι εταιρείες αυτές φέρεται να είχαν δημιουργηθεί αποκλειστικά και μόνο για την αύξηση του κόστους αγορών, σε τίμημα αδικαιολόγητα ανώτερο από εκείνο που θα επιτύγχαναν αν αγόραζαν τα ίδια εμπορεύματα, από τρίτα ανεξάρτητα πρόσωπα ή επιχειρήσεις .

Οι επίμαχες υπερκοστολογημένες συναλλαγές σχεδόν στο σύνολο τους ήταν τριγωνικές και ενώ η ελληνική εταιρεία θα μπορούσε να αγοράσει κατευθείαν από την κατασκευάστρια επιχείρηση, επέλεγε να περνά η συναλλαγή μέσω της Κυπριακής, ώστε να φτάνει το ιατρικό υλικό με “καπέλο” στο δημόσιο νοσοκομείο. Με αυτό το κόλπο η ελληνική εταιρεία
πλήρωσε μεγαλύτερο τίμημα, κατά το έτος 2005, συνολικής αξίας περίπου 2,9 εκατ. ευρώ, το έτος 2006, περίπου 3,2 εκατ. ευρώ, το 2007, περίπου 4,4 εκατ. ευρώ, το 2008 περίπου 5,9 εκατ. ευρώ και το έτος 2009, περίπου 3,5 εκατ. ευρώ.
Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και η δεύτερη εταιρεία για τις χρήσεις 2005 έως 2009, με προμήθειες συνολικής αξίας περίπου 19 εκατ. ευρώ και 34,5 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα. Οι συναλλαγές και σε αυτή την περίπτωση στο σύνολο τους ήταν τριγωνικές. Συγκεκριμένα τα εμπορεύματα έφταναν κατευθείαν από τους κατασκευαστές στις εγκαταστάσεις της ελληνικής εταιρείας με δελτία αποστολής και στη συνέχεια τιμολογούνταν από την συνδεδεμένη κυπριακή εταιρεία με τίμημα ανώτερο από εκείνο που θα οριζόταν, αν οι αγορές πραγματοποιούνταν από άλλο πρόσωπο με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά το χρόνο της κάθε αγοράς.

Ειδικότερα, εμφανιζόταν το μικτό κέρδος της κυπριακής εταιρείας πολύ μεγαλύτερο από το μικτό κέρδος της ελληνικής, κάτι που δύσκολα συναντάται σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι η ελληνική εταιρεία πλήρωσε, κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.2006 έως 31.12.2006 μεγαλύτερο τίμημα ύψους τουλάχιστον 1,7 εκατ. ευρώ, κατά δε τη διαχειριστική περίοδο 1.1.2007 έως 31.12.2007 ύψους 3,8 εκατ. ευρώ, για την αγορά εμπορευμάτων από την συνδεδεμένη κυπριακή εταιρεία. Στη συνέχεια, οι νόμιμοι εκπρόσωποι των ελληνικών εταιρειών φέρονται, κατά τους εισαγγελείς, να παραπλανούσαν τις διοικήσεις και τους αρμόδιους για τη διενέργεια προμηθειών υπαλλήλους δημοσίων νοσοκομείων, ότι τα ιατρικά είδη που συμφωνούσαν να προμηθευθούν από την ελληνική εταιρεία είχαν αγοραστεί από την συνδεδεμένη εταιρεία, στις τιμές μάλιστα οι οποίες αναγράφονταν στα σχετικά τιμολόγια. Έτσι η τιμή πώλησής τους έπρεπε να ενσωματώνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό κέρδους, υπολογιζόμενο όμως επί της υποτιθέμενης τιμής αγοράς τους από την κυπριακή εταιρεία, η οποία αναγραφόταν επ’ αυτών.

Στην πραγματικότητα όμως το γεγονός αυτό ήταν ψευδές, καθ’ όσον η κάθε μια από τις εν λόγω ελληνικές εταιρείες δεν είχε αγοράσει τα πωλούμενα ιατρικά είδη από την συνδεδεμένη εταιρεία, αλλά απευθείας από την κατασκευάστρια σε τιμές πολύ χαμηλότερες εκείνων που
αναγράφονταν στα προαναφερθέντα τιμολόγια.

Κατά αυτό τον τρόπο οι συμβάσεις πώλησης μεταξύ των ελληνικών εταιρειών και των δημοσίων νοσοκομείων, υπογράφονταν με τίμημα κατά πολύ υψηλότερο από εκείνο που θα επιτυγχανόταν αν ήταν γνωστή η πραγματική τιμή αγοράς των ιατρικών ειδών απευθείας από την κατασκευάστρια εταιρεία, καθόσον η διαπραγμάτευση της τιμής πώλησης προς τα δημόσια νοσοκομεία θα είχε ως βάση αυτήν την τιμή και όχι εκείνη που αναγραφόταν στα εικονικά τιμολόγια.

Πηγή: real.gr