ΣΕΕΔΙΠΠΚ Πολυτεχνείου Κρήτης: Προς το χειρότερο οι αλλαγές στο εργασιακό νομοσχέδιο

0
12

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Ειδικού & Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού του Πολυτεχνείου Κρήτης (ΣΕΕΔΙΠΠΚ), σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021, συζήτησε το σχέδιο νόμου «Για την Προστασία της Εργασίας – Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας» – Κύρωση της Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την εξάλειψη της βίας και παρενόχλησης στον χώρο της εργασίας – Κύρωση της Σύμβασης 187 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για τo Πλαίσιο Προώθησης της Ασφάλειας και της Υγείας στην Εργασία – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής».

Αποφασίστηκε ότι τάσσεται κατά της ψήφισης και της εφαρμογής του αντιλαϊκού και αντεργατικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τα εργασιακά, το οποίο, μεταξύ άλλων:

Καταργεί το 8ωρο και τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας: Με τη «διευθέτηση» του χρόνου εργασίας θα «επιβάλλεται» από τον εργοδότη το 10ωρο και η υπερωριακή εργασία θα «ανταλλάσσεται» με ρεπό σε χρονική στιγμή που ουσιαστικά θα βολεύει την επιχείρηση. Το νέο καθεστώς θα μπορεί να επιβάλλεται με ατομική σύμβαση, ακόμα κι αν το συνδικάτο του χώρου διαφωνεί και δεν υπάρχει συλλογική συμφωνία. Παράλληλα, καθορίζεται ρητά ότι «το διάλειμμα δεν αποτελεί χρόνο εργασίας», το οποίο ούτως ή άλλως βάσει νόμου δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερο από τα 30 λεπτά.
Θεσμοθετεί υποχρεωτικές και υπαμειβόμενες υπερωρίες και αφήνει ανεξέλεγκτες τις απολύσεις: Οι υπερωρίες αυξάνονται σε 150 ετησίως και μπορούν να επιβληθούν μονομερώς από τις επιχειρήσεις επικαλούμενες την «επείγουσα φύση εργασίας». Για τις υπερωρίες αυτές ο εργαζόμενος θα αμείβεται με προσαύξηση μόλις 40%, ενώ με το ισχύον καθεστώς για πάνω από τις 120 ώρες η προσαύξηση είναι 60% . Επιπλέον, αίρεται οποιαδήποτε προστασία των θέσεων εργασίας. Ακόμα και στην περίπτωση που ο απολυμένος δικαιωθεί στα δικαστήρια, δίνεται στον εργοδότη η δυνατότητα να μην ξαναπροσλάβει τον απολυμένο, έναντι αντιτίμου μικρότερου από τους μισθούς υπερημερίας και χάνοντας ο εργαζόμενος το δικαίωμα στην ασφαλιστική κάλυψη για την περίοδο της υπερημερίας.
Αποδυναμώνει το δικαίωμα στην απεργία και ποινικοποιεί τη συνδικαλιστική δράση: Υπονομεύεται η ζωντανή διαδικασία των σωματείων, η Γενική Συνέλευση και η συζήτηση ανάμεσα στους εργαζόμενους. Με τη θεσμοθέτηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας υποχρεώνει τα σωματεία να εφαρμόζουν ηλεκτρονική ψηφοφορία για να ψηφίζουν οι εργαζόμενοι «ελεύθερα», με τον προϊστάμενο πάνω από το κεφάλι τους. Παράλληλα, απαγορεύει στις δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις να καλύπτουν απεργιακά (με επαναπροκήρυξη της απεργίας) ένα σωματείο που του απαγορεύθηκε να πραγματοποιήσει απεργία.
Καταργεί το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας: Στη θέση του συγκροτεί μια «Ανεξάρτητη Αρχή» ώστε οι κυβερνήσεις να μην είναι υπόλογες για τις πράξεις και τις παραλείψεις μιας τέτοιας υπηρεσίας, ενώ η εργοδοσία θα μπορεί να ασκεί ευκολότερα πίεση ή/και να έχει «πρόσβαση» σε τέτοιου είδους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Γενικεύει την κατάργηση της αργίας της Κυριακής σε επιπλέον κλάδους του ιδιωτικού τομέα: Αυτή η εξέλιξη δεν αφορά μόνο τις οικογένειές μας, αλλά κι εμάς! Όταν στον ιδιωτικό τομέα όλοι οι κλάδοι θα εργάζονται , θεσμοθετημένα, και την Κυριακή, η σειρά του δημοσίου είναι το επόμενο μέτρο που θα ακολουθήσει.
Μονιμοποίηση της τηλεργασίας και γενίκευση της στο Δημόσιο: Η νέα αυτή μορφή «ευελιξίας», αυξάνει τον απλήρωτο χρόνο αλλά και την εντατικοποίηση της εργασίας, διαγράφοντας τα όρια μεταξύ εργάσιμου και μη εργάσιμου χρόνου. Το νέο νομοσχέδιο δεν κατοχυρώνει την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει τον εξοπλισμό για την τηλεργασία, ενώ αφαιρείται από τον εργοδότη η ευθύνη για την προστασία της υγείας και της επαγγελματικής ασφάλειας του εργαζόμενου με τηλεργασία .
Επισημαίνεται ξεκάθαρα ότι οι όποιες θετικές διατάξεις συμπεριλαμβάνονται στο εν λόγω νομοσχέδιο (π.χ. μέτρα αντιμετώπισης της βίας και της παρενόχλησης στην εργασία, άδεια πατρότητας κ.λπ.) δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την κατάλυση θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με μακροχρόνιους εργασιακούς αγώνες».