Σαφές μήνυμα κατά της «αυτοδιάλυσης» του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έστειλε ο Παύλος Πολάκης, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα πρέπει να διατηρήσει τον αυτόνομο πολιτικό του ρόλο και να επιδιώξει συνεργασίες μόνο στη βάση συγκεκριμένης προγραμματικής συμφωνίας.
Μιλώντας στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής και στην εκπομπή «Momentum», ο κ. Πολάκης χαρακτήρισε «πρωτοφανή στα πολιτικά χρονικά» την κατάσταση που επικρατεί στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, σημειώνοντας ότι δεν έχει υπάρξει ξανά περίπτωση προέδρου κόμματος και απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής που να προκρίνουν τη στήριξη άλλου πολιτικού φορέα. Όπως ανέφερε, η εντολή που είχε λάβει ο πρόεδρος του κόμματος, Σωκράτης Φάμελλος, από το συνέδριο αφορούσε την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και του ευρύτερου προοδευτικού χώρου με πρωταγωνιστικό ρόλο του κόμματος.
Αναφερόμενος στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, ο κ. Πολάκης υποστήριξε ότι η απόφαση θα πρέπει να περιλαμβάνει αφενός τη σαφή διακήρυξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αυτοδιαλύεται και παραμένει αυτόνομη πολιτική δύναμη με ιστορική διαδρομή, στελέχη και προγραμματικές θέσεις, αφετέρου την επαναφορά του ίδιου στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αναίρεση της προηγούμενης κατεύθυνσης θα συνεπαγόταν την παραίτηση του κ. Φάμελλου από την προεδρία, δηλώνοντας εκ νέου παρών για τη διεκδίκηση της προεδρίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ τόνισε ότι η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω σε συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις, με στόχο την αντιμετώπιση της ακρίβειας, της διαφθοράς και της ισχύος των καρτέλ. Στο πλαίσιο αυτό πρότεινε, μεταξύ άλλων, ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, επαναφορά της ΔΕΗ υπό ισχυρό δημόσιο έλεγχο, ενδυνάμωση της παρουσίας του Δημοσίου στην Εθνική Τράπεζα και παρεμβάσεις για τον περιορισμό των υπερκερδών στην αγορά καυσίμων.
Κλείνοντας, ο κ. Πολάκης άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατία και στον πρωθυπουργό Κυριάκος Μητσοτάκης, εκτιμώντας ότι η κυβερνητική φθορά εντείνεται εξαιτίας της ακρίβειας και της κυριαρχίας ισχυρών οικονομικών συμφερόντων στους τομείς των τραπεζών, της ενέργειας, των καυσίμων και του λιανεμπορίου.
















