ΟΟΣΑ: Οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό στα 31- Στη στέγη το 60% του εισοδήματος

ΟΟΣΑ: Οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό στα 31- Στη στέγη το 60% του εισοδήματος

Σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εγκαταλείπουν οι νέοι στην Ελλάδα το πατρικό τους σπίτι. Η μέση ηλικία αποχώρησης έχει φθάσει τα 30,9 έτη, έναντι 26,2 ετών στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, αποτυπώνοντας πόσο δύσκολη παραμένει η μετάβαση στην οικονομική ανεξαρτησία.

Το πρόβλημα, μάλιστα, δεν περιορίζεται σε όσους είναι άνεργοι ή δεν διαθέτουν σταθερό εισόδημα. Κατά μέσο όρο, ένας νέος ηλικίας 18 έως 29 ετών στην Ελλάδα δαπανά πάνω από το 60% του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρo.

Στις πόλεις, η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Σχεδόν οκτώ στους δέκα νέους διαθέτουν πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός τους για την κατοικία και θεωρούνται υπερβολικά επιβαρυμένοι από το στεγαστικό κόστος.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων στην Ελλάδα, η οποία χαρακτηρίζει την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή.

Το 74% παραμένει στο πατρικό

Το 74% των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών ζει με τους γονείς του, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον ΟΟΣΑ. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται μόνο στην Κορέα, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Σλοβακία.

Η ανασφάλεια είναι ήδη εμφανής στις μικρότερες ηλικίες. Περίπου το 70% των νέων 18 έως 24 ετών στην Ελλάδα δηλώνει ότι ανησυχεί για το κατά πόσο θα μπορέσει να βρει ή να διατηρήσει μια κατάλληλη κατοικία μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια. Πρόκειται για το πέμπτο υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ και σαφώς υψηλότερο από τον μέσο όρο του 61%.

ΟΟΣΑ: Οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό στα 31 – Στη στέγη το 60% του εισοδήματος-1

Ακόμη πιο ενδεικτικό της οικονομικής πίεσης είναι το ποσοστό των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό νέων με καθυστερήσεις στην καταβολή ενοικίου ή στεγαστικού δανείου στην Ε.Ε., στο 18,9%, έναντι μόλις 4,7% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη.

ΟΟΣΑ: Οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό στα 31 – Στη στέγη το 60% του εισοδήματος-2

Γιατί δεν βρίσκουν προσιτή κατοικία

Ο ΟΟΣΑ εντοπίζει τέσσερις μακροχρόνιες αδυναμίες στην ελληνική αγορά: την απότομη πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, την περιορισμένη προσφορά προσιτών κατοικιών στις περιοχές υψηλής ζήτησης, τη γήρανση του κτιριακού αποθέματος και τη δυσκολία πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια.

Στις διαρθρωτικές αυτές αδυναμίες έχουν προστεθεί η άνοδος των ενοικίων και των τιμών πώλησης, η αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών παρά τη μείωση του συνολικού πληθυσμού και οι πιέσεις που συνδέονται με τον τουρισμό.

Η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και τα προγράμματα προσέλκυσης ξένων επενδυτών έχουν συμβάλει στην άνοδο των τιμών, κυρίως στις τουριστικές περιοχές και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Από τους νέους που δεν ζουν με τους γονείς τους, σχεδόν οι μισοί εξαρτώνται από την ιδιωτική αγορά ενοικίων.

Την ίδια στιγμή, οι συνθήκες στέγασης δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στο υψηλό κόστος. Οι νέοι ζουν συχνότερα σε υπερπλήρεις κατοικίες ή ακίνητα με προβλήματα υγρασίας και μούχλας. Το 2020 περίπου το 8% των ενοικιαστών που κατέβαλλαν ενοίκιο στις τιμές της αγοράς αντιμετώπιζε σοβαρή στεγαστική στέρηση, έναντι 5,8% στην Ε.Ε.

Το χάσμα στην ιδιοκατοίκηση

Παρά το υψηλό συνολικό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, η πρόσβαση των νεότερων γενεών στην αγορά κατοικίας παραμένει περιορισμένη. Το 2017 μόλις το 30% των νέων 16 έως 34 ετών ήταν ιδιοκτήτες της κατοικίας τους, έναντι περίπου 70% στις ηλικίες 35 έως 64 ετών.

Η διαφορά αυτή ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη μεταξύ 18 ευρωπαϊκών χωρών για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία. Σύμφωνα με την έκθεση, η πρόσβαση σε στεγαστική πίστη επηρεάζει δυσανάλογα τους νέους, καθώς διαθέτουν μικρότερη αποταμίευση, περιορισμένο πιστωτικό ιστορικό και λιγότερο σταθερή απασχόληση.

Το πρόβλημα επιβαρύνεται από την ουσιαστική απουσία κοινωνικής κατοικίας. Τα προγράμματα εργατικής στέγης διακόπηκαν το 2012 με την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, ενώ στις χώρες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ οι κοινωνικές κατοικίες αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 7%-8% του συνολικού αποθέματος.

Τα προγράμματα και η προειδοποίηση του ΟΟΣΑ

Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η στεγαστική πολιτική έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια, μετακινούμενη σταδιακά από τις επιδοτήσεις και τη στήριξη της ζήτησης προς μέτρα αύξησης της προσφοράς.

Στην πρώτη φάση του προγράμματος «Σπίτι μου» εγκρίθηκαν περισσότερες από 8.900 αιτήσεις. Το «Σπίτι μου ΙΙ», που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2025 με προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ, είχε ήδη ξεπεράσει τις 15.000 εγκρίσεις, με στόχο τη στήριξη περίπου 20.000 δικαιούχων.

Η έκθεση στέκεται επίσης στην «Κοινωνική Αντιπαροχή», μέσω της οποίας ιδιώτες θα μπορούν να αξιοποιούν δημόσια γη και ακίνητα για την κατασκευή κατοικιών. Τουλάχιστον το 30% των κατοικιών που θα δημιουργούνται θα παραμένει υπό δημόσιο έλεγχο και θα διατίθεται ως κοινωνική ή προσιτή κατοικία.

Ωστόσο, κρίσιμα στοιχεία του προγράμματος, όπως τα κριτήρια επιλογής των δικαιούχων, ο τρόπος καθορισμού των ενοικίων και οι διαδικασίες κατανομής, βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.

Παράλληλα, σχεδιάζεται η κατασκευή περίπου 2.300 κοινωνικών κατοικιών σε πρώτη φάση, μεταξύ άλλων στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα. Το πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών του 2026, προϋπολογισμού 400 εκατ. ευρώ, προβλέπει την αναβάθμιση 15.000 έως 20.000 ακινήτων.

Μόλις 13.000 κλίνες για 450.000 φοιτητές

Ιδιαίτερα περιορισμένη παραμένει και η φοιτητική στέγη. Περίπου 450.000 φοιτητές μπορεί να έχουν ανάγκη στέγασης, όμως οι δωρεάν κλίνες στις φοιτητικές εστίες δεν ξεπερνούν τις 13.000.

Μέσω συμπράξεων με ιδιώτες σχεδιάζεται η προσθήκη περίπου 10.000 νέων μονάδων έως το 2027-2028, με επενδύσεις άνω των 650 εκατ. ευρώ. Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των έργων, πάντως, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι η ζήτηση θα εξακολουθήσει να υπερβαίνει κατά πολύ την προσφορά.

Η τελική διαπίστωση της έκθεσης είναι μάλλον ψυχρή αλλά σαφής: είναι ακόμη πολύ νωρίς για να κριθεί εάν οι νέες παρεμβάσεις θα βελτιώσουν ουσιαστικά την προσιτότητα της κατοικίας. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τους διαθέσιμους πόρους, την ικανότητα εφαρμογής, τον συντονισμό κράτους και δήμων και, κυρίως, από το εάν οι νέες κατοικίες θα δημιουργηθούν στην κλίμακα που απαιτεί το πρόβλημα.

MoneyReview.gr

Ακολουθήστε το Kriti24 και στο Google News για να βλέπετε όλες τις ειδήσεις

Ακολουθήστε το Kriti24 στο Facebook και στο X (Twitter)