Ο Γρυσπολάκης, ο Φίλης και τα κτήρια του Πολυτεχνείου

0
824

Του Μανώλη Κονσολάκη

Γιατί δεν προχώρησε ποτέ η εργολαβία το 2011 για την αποκατάσταση του κτηρίου της Μεραρχίας; 

Γιατί δεν υπεγράφη η σύμβαση και δεν έγινε η αποκατάσταση του κτηρίου; 

Ένα ερώτημα που έχει τεθεί πολλές φορές, από τότε που ξεκίνησε η συζήτηση για την αποκατάσταση των κτηρίων του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Το θέμα επανέφερε πριν από δύο ημέρες, την περασμένη Πέμπτη, ο πρώην Πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης, καθηγητής κ. Ιωακείμ Γρυσπολάκης, με ανάρτηση του στο forum της επίσημης ιστοσελίδας του Ιδρύματος.

Ο κ. Γρυσπολάκης μάλιστα καταλογίζει ευθύνες στον τότε πρύτανη καθηγητή κ. Ιωάννη Φίλη, θεωρώντας τον ως υπεύθυνο για το γεγονός ότι δεν υπεγράφη η σύμβαση με τον εργολάβο και δεν ξεκίνησε το έργο.

Η αλήθεια είναι ότι από την πλευρά του κ. Γιάννη Φίλη, έχει ήδη δοθεί μία απάντηση η οποία επικεντρώνεται στο παρακάτω συμπέρασμα.

Η τότε Πρυτανική Αρχή, δε θέλησε να έρθει σε σύγκρουση με τους καταληψίες, φοβούμενη τις παρενέργειες που θα είχε μία βίαιη απόπειρα εκκένωσης του κτηρίου. 

Αυτό συνάγεται από την επιστολή που απέστειλαν στα μέσα του περασμένου Μαίου, στον νυν Πρύτανη κ. Βασίλη Διγαλάκη, ο τότε πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης Γιάννης Φίλης και ο πρώην αντιπρύτανης Γιάννης Σαριδάκης, η οποία και αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν στην επιστολή: 

“…Για το ζήτημα της κατάληψης της Rosa Nera στο κτήριο, η Πρυτανεία με τη συνδρομή και των Προέδρων των Τμημάτων του Πολυτεχνείου Κρήτης είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις και επαφές με τις Αρχές της πόλης, με πολιτειακούς παράγοντες και με νομικούς, αλλά και με τους ίδιους τους καταληψίες σε μία προσπάθεια να δημοσιοποιήσει το πρόβλημα και να πιέσει στην κατεύθυνση της εξεύρεσης συναινετικής λύσης.

Κατέστη σαφές ότι μία τέτοια λύση δεν γινόταν αποδεκτή από τους καταληψίες. Περιττό να τονίσουμε την επικινδυνότητα βίαιης εκκένωσης του κτιρίου τόσο για την πιθανότητα τραυματισμού ανθρώπων όσο και πιθανών εκτεταμένων κτιριακών καταστροφών σε μία ιστορική και ευαίσθητη περιοχή των Χανίων.

Οι μνήμες εξάλλου ήταν ακόμη νωπές από τη βίαιη επέμβαση των ΜΑΤ κατά φοιτητών του ιδρύματος και την αντίδραση της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινωνίας ολόκληρης (Τα “Χανιώτικα νέα” τότε κυκλοφόρησαν με τίτλο στην πρώτη σελίδα: “Με τις ευλογίες: Πρύτανη του Πολυτεχνείου. Άνω κάτω η πόλη. ΜΑΤ κατά φοιτητών ύστερα από πρόσκληση του κ. Γρυσπολάκη”)…”.

Όπως επίσης αναφέρουν σε σχέση με την Ίδρυση της Σχολής Καλών Τεχνών, αυτή δεν θα προχωρούσε καθώς ” το Υπουργείο Παιδείας μας κατέστησε σαφές ότι, όχι μόνο δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε ίδρυση νέων Τμημάτων, αλλά επεξεργαζόταν ήδη σχέδιο (το οποίο αργότερα ονομάστηκε σχέδιο «Αθηνά») για κατάργηση/συγχώνευση των ήδη υπαρχόντων”.

Και στην επιστολή τους καταλήγουν:

Συνοψίζοντας, η προηγούμενη Πρυτανεία εκλήθη, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, να εγκρίνει τη δαπάνη πολλών εκατομμυρίων ευρώ για τη δημιουργία των κτιριακών εγκαταστάσεων ενός Τμήματος που η Πολιτεία δεν είχε σκοπό να λειτουργήσει, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, με τη βίαιη εκκένωση ως μόνου τρόπου απαλλαγής από την κατάληψη, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπήγετο.

Ταυτόχρονα, υπήρχε ο κίνδυνος επιβάρυνσης του Δημοσίου με εξακόσιες χιλιάδες ευρώ, καθ’ όλες τις εκτιμήσεις, από την επιδίκαση υπέρ του εργολάβου διαφευγόντων κερδών λόγω οιωνδήποτε καθυστερήσεων στη παράδοση του κτηρίου και την έναρξη των εργασιών.

Με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και σύμμαχο τη λογική η Πρυτανεία μας, σταθμίζοντας προσεκτικά όλες τι παραμέτρους, δεν προχώρησε στην υπογραφή της σύμβασης”.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι προφανές. Για το λόγο που χάθηκαν τα χρήματα και δεν προχώρησε ποτέ η εργολαβία αποκατάστασης του κτηρίου της Μεραρχίας. Αυτά βέβαια πλέον είναι ιστορία.