Μιχάλης Ανδριανάκης: Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα

0
107

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα είναι ένα μικρό συγκρότημα έξω από το χωριό Γκαλαγκάδω(ν) (σήμερα Παζινός) στο δρόμο για το αεροδρόμιο. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αρχιτεκτονική του, γιατί αν και είναι μια ορθόδοξη μονή, ακολουθεί τη δυτική παράδοση ως προς τη διάταξη των χώρων.

Στις ορθόδοξες μονές το καθολικό είναι κτισμένο στο κέντρο ενός συνήθως ορθογώνιου (το σχήμα προσδιορίζεται συνήθως από τη διαμόρφωση του εδάφους) περιβόλου, στον οποίο είναι ενταγμένα τα διάφορα κτήρια που εξυπηρετούν τις πάγιες ανάγκες στέγασης, διατροφής και φιλοξενίας, καθώς και αγροτικές δραστηριότητες. Στην περίπτωση του Ελεήμονα η εκκλησία είναι κτισμένη εξωτερικά, σε επαφή με τη βόρεια πτέρυγα του συγκροτήματος. Πρόκειται για μια σχετικά μεγάλη εκκλησία, μονό

Γοτθική ναοδομία. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία της πρόσοψης αποτελούνται από ένα θύρωμα ορθογώνιο με οξυκόρυφο ανακουφιστικό τόξο, ένας μεταβατικός τύπος του πρώτου μισού του 16ου αιώνα, που επιχωριάζει στην ευρύτερη περιοχή της Κυδωνίας, και ένας κυκλικό φεγγίτη (occulus) με ανάγλυφο πλαίσιο. Κορυφώνεται με ένα τυπικό δίλοβο καμπαναριό. Στο εσωτερικό είχε αποκαλυφθεί και συμπληρώθηκε τμήμα του πώρινου δαπέδου από πλάκες σε σχήμα ρόμβου.

Μπροστά από το ναό διαμορφώνεται μια κλειστή αυλή, στην οποία οδηγεί ένα θολοσκέπαστο διαβατικό με είσοδο από τη δυτική πτέρυγα. Η ανεξάρτητη είσοδος, όπως στις καθολικές μονές, προοριζόταν για τους κοσμικούς, ενώ η είσοδος για τους μοναχούς ήταν στη νότια πτέρυγα. Στην αυλή υπάρχει ένας πολυτελής τάφος με τη μορφή «αρκοσολίου» και μια θύρα που οδηγεί στο περίκλειστο συγκρότημα (Chiostro) για τους μοναχούς. Στη βόρεια πλευρά της αυλής υπάρχει το θολοσκέπαστο ελαιοτριβείο, στο οποίο προστέθηκε όροφος για τον επικεφαλής Οικονόμο κατά τον 19ο αιώνα.

Η περίκλειστη στοά έχει μια ανεξάρτητη είσοδο με ένα θύρωμα όμοιο με της εκκλησίας στη νότια πλευρά και οι διάφοροι επιμέρους θολοσκέπαστοι χώροι αναπτύσσονται γύρω από μια επίσης θολοσκέπαστη στοά. Το κεντρικό κομμάτι καταλαμβάνει ένας μικρός κήπος με μια στέρνα για τη συγκέντρωση του νερού της βροχής. Τα μικρών διαστάσεων κελιά των μοναχών είναι διατεταγμένα στη δυτική πτέρυγα, ενώ στη νότια υπάρχει το κάπως μεγαλύτερο αρχικό κελί του Οικονόμου-επικεφαλής του Μετοχιού. Την ανατολική πτέρυγα καταλαμβάνουν μεγάλοι χώροι εστίασης και παρασκευής τροφής για μοναχούς και φιλοξενούμενους. Το συγκρότημα είναι ένα τυπικό έργο Αρχιτεκτονικής του τέλους της Βενετοκρατίας.

Το μετόχιο του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα αναφέρεται ως ιδιοκτησία της Μονής της Αγίας Τριάδας των Τζαγκαρόλων στην απογραφή των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων των Χανιών το 1637. Αναφέρεται επίσης στα Οθωμανικά «κατάστιχα» απογραφής του 1650 και του 1670 με 38 χωράφια και 100 ρίζες ελιές. Ο κώδικας της Μονής, που γράφηκε το 1838, μετά την καταστροφή του αρχικού το 1821 και περιέχει ακριβέστατες πληροφορίες, αναφέρει ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας είναι μετόχι της Αγίας Τριάδας από τα μέσα του 17ου αιώνα.

Με τη συμφωνία που έγινε το 1925 μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, ορισμένα μετόχια περιήλθαν στο Εφεδρικό Ταμείο και όσον αφορά στην αγροτική περιουσία, διανεμήθηκε σε εφέδρους (και μη) τα επόμενα χρόνια. Ό,τι δεν διανεμήθηκε περιήλθε στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, το οποίο και το διαχειρίζεται υπέρ των σκοπών του. Από ό,τι γνωρίζω από άλλες περιπτώσεις, οι ναοί και τα κτίσματα γενικά με μια μικρή έκταση γύρω τους είχαν εξαιρεθεί από τη διανομή. Αυτό είναι φυσικό και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού οι ναοί υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της τοπικής Εκκλησίας και κανενός άλλου.

Το μετόχι του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα σωζόταν σε κατάσταση πλήρους ερειπίου. Μια πρώτη επέμβαση έγινε από τον Ιούνιο μέχρι το Δεκέμβριο του 1970 από ένα συνεργείο της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με επικεφαλής τον αρχιτεχνίτη Φανούριο Λουπάκη που, που ήλθε από το Ηράκλειο, σε συνεννόηση με τη Μονή της Αγίας Τριάδας, η οποία ανέλαβε και τη φιλοξενία, διατροφή και καθημερινή μεταφορά του στο έργο. Στην πρώτη αυτή φάση των εργασιών, έγιναν εκτεταμένοι καθαρισμοί των ερειπίων και ανακατασκευή του μεγαλύτερου μέρους του συγκροτήματος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν με πρωτοβουλία της 13ης/28ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, συνεχίστηκαν οι επεμβάσεις, τα τελευταία χρόνια σε συνεργασία με τον προηγούμενο της Μονής π.Αμφιλόχιο Παπαγιαννάκη και με το Δήμο Ακρωτηρίου και ιδίως το Δήμαρχο Αντώνη Γιανακάκη. Ουδέποτε εμφανίστηκε κάποιος άλλος ενδιαφερόμενος φορέας. Κοινός στόχος ήταν η ανάδειξη του μνημείου σε επισκέψιμο και η στέγαση ενός μικρού Λαογραφικού Μουσείου για το Ακρωτήρι, καθώς και ένα Κέντρο Έρευνας για την τοπική ιστορία.

Το τελευταίο διάστημα βλέπω μια αδικαιολόγητη αναστάτωση σε σχέση με το σε ποιον ανήκει το μνημείο, εξαιτίας μιας αμφισβητούμενης πράξης παραχώρησης από το Νομάρχη Χανίων στο παρελθόν στην τοπική Ενορία. Να πούμε καταρχήν πως τα μνημεία ανήκουν σε όλους και σύμφωνα με τον Αρχαιολογικό Νόμο, ο χρήστης έχει την υποχρέωση να τα φροντίζει.

Το θέμα της εκκλησιαστικής λειτουργίας, αφορά είτε στη Μονή που υπάγεται ανέκαθεν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είτε στη Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου και μόνο. Το γεγονός ότι οι δυο εκκλησιαστικοί φορείς συνεργάζονται για την αξιοποίηση του Μετοχίου, είναι στη θετική κατεύθυνση και δεν επιτρέπει σε κανέναν άλλο να παρέμβει. Η Ενορία Παζινού εξάλλου, υπάγεται στη Μητρόπολη, χωρίς «υποσημειώσεις». Από την πλευρά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που έχει και το βαρύνοντα λόγο, όσον αφορά στη χρήση, έχει καταβληθεί τεράστια προσπάθεια, ώστε να βλέπουμε σήμερα το μνημείο όρθιο, αντί για το σωρό των ερειπίων, που υπήρχε μέχρι το 1970.

Τότε προχώρησε η αποκατάσταση (στην ουσία ανακατασκευή του μεγαλύτερου μέρους) του συγκροτήματος. Εργασίες συνεχίστηκαν επανειλημμένα και στα επόμενα χρόνια σε συνεργασία με τη Μονή και το Δήμο Ακρωτηρίου. Από ό,τι βλέπω όμως σε κατά καιρούς επισκέψεις μου στο μνημείο και πρόσφατες φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν, εκτός από την εκκλησία που με ιδιαίτερη επιμέλεια φροντίζει η κυρία Αντωνία Μυλωνάκη, είναι σε πλήρη εγκατάλειψη και πάλι σε άθλια κατάσταση.

Η πρόθεση της Μονής της Αγίας Τριάδας, όπως εκδηλώθηκε τελευταία, να προχωρήσει στην αποκατάσταση και αξιοποίηση του Μετοχίου, στο πλαίσιο μιας γενικότερης προσπάθειας ανάδειξης του μνημειακού της πλούτου, μόνο ως θετική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από όλους. Είναι ο μόνος φορέας, που μπορεί να το κάνει και διοικητικά και οικονομικά. Το μνημείο εξάλλου παραμένει στη θέση του (δεν μετακινείται) και συνεχίζει να παρέχει τα οφέλη του-άμεσα, ή έμμεσα-στο γειτονικό οικισμό, όπως πάντα.

Εκτός από την καθαρά θρησκευτική χρήση, η λειτουργία ενός Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου σε συνδυασμό με ένα Κέντρο έρευνας της τοπικής Ιστορίας και η φιλοξενία κάποιων κοινωνικών δομών, είναι η καλύτερη αξιοποίηση του. Ήταν αυτό που θέλαμε να κάνουμε πάντα, χωρίς ποτέ να ολοκληρώνονται οι διαδικασίες. Έτσι ενισχύεται και το κεφάλαιο «θρησκευτικός τουρισμός», που έχει ένα ιδιαίτερο βάρος στην περιοχή του Ακρωτηρίου.

Ήδη, από ό,τι γνωρίζω, ανάλογες ενέργειες δρομολογούνται και για τα άλλα δυο μετόχια στο Ακρωτήρι, της Παναγίας στην Περβολίτσα και του Αγίου Ιωάννη στο Σαμόλι, κοντά στο Χωρδάκι. Τις ενέργειες αυτές θα μπορούσε μόνο να καλωσορίσει κανείς και καλό είναι κάποιες λανθασμένες τοπικιστικές αντιδράσεις να εκλείψουν. Αντίθετα μπορεί να υπάρξει στενή συνεργασία μεταξύ της τοπικής Εκκλησίας, της Μονής, του Δήμου Χανίων, της Τοπικής Κοινότητας κι της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χανίων για το καλό του μνημείου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Μακάρι να γινόταν αυτό και σε άλλες περιπτώσεις, όπως η Μονή του Αγίου Ελευθερίου στις Μουρνιές. Τα μνημεία πρέπει να σωθούν και ο ρόλος της τοπικής Εκκλησίας είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Αυτό αποκόμισα από τη μακροχρόνια ενασχόληση και συνεργασία μου με τις μονές της περιοχής-με ελάχιστες εξαιρέσεις-και αυτό νομίζω πως συμφέρει τον τόπο.

Ο Μιχάλης Ανδριανάκης είναι επίτιμος έφορος αρχαιοτήτων