Mία Χανιώτισσα στο Μουσείο Leonardo da Vinci στο Μιλάνο| φωτο

0
298

Για την Ελληνίδα Μαρία Ξανθουδάκη, Διευθύντρια του Τμήματος Εκπαίδευσης του Μουσείου Leonardo da Vinci στο Μιλάνο, η προσέλκυση των νέων στους χώρους πολιτισμού είναι ένα κερδισμένο στοίχημα.

Στους επιβλητικούς διαδρόμους του Victoria & Albert του Λονδίνου, η διάσηµη φιγούρα του David Anderson, διευθυντή του Τοµέα Εκπαίδευσης και συγγραφέα ενός από τα πιο σηµαντικά εγχειρίδια για τη µουσειακή εκπαίδευση στη δεκαετία του ’90, συνοδεύεται από αυτήν µιας Ελληνίδας. Η πρόκληση που κλήθηκαν να αντιµετωπίσουν είναι κοινή: Πώς να αυξήσουν διεθνώς την επισκεψιµότητα των µουσείων από εφήβους.

Η Μαρία Ξανθουδάκη γνώριζε από προκλήσεις, καθώς οι βαλίτσες της στη Βρετανία περιείχαν, εκτός από κοµψά σύνολα, έναν διδακτορικό τίτλο, µια πρακτική άσκηση στο Συµβούλιο της Ευρώπης και τη συνειδητοποίηση ότι για να πετύχεις το διαφορετικό πρέπει να σκεφτείς «out of the box».

«Πριν από 30 χρόνια µια καθηγήτριά µου στο πανεπιστήµιο, η Annie Novak, έφερε στη γενέτειρά µου, τα Χανιά, την παράσταση ∆ον Κιχώτης, µε τον σουηδικό θίασο Marionetteatern. Η βραδιά εκείνη έκλεψε για πάντα την καρδιά µου. Κυρίως γιατί ήταν κάτι πρωτοποριακό, που δεν είχε ξανασυµβεί. H συνειδητοποίηση εκείνη στα φοιτητικά µου χρόνια έπαιξε σηµαντικό ρόλο στη διαµόρφωση της σκέψης µου», θυµάται.

Σε µια άλλη επίσκεψή της στην Κρήτη γνώρισε τον µέλλοντα σύζυγό της, Ιταλό µε καταγωγή από το Μιλάνο. Λίγο αργότερα αποφάσισαν να αφήσουν τη Βρετανία και να µετακοµίσουν στην ιταλική πρωτεύουσα της µόδας. «Τον πρώτο καιρό µου έκανε εντύπωση ότι κανείς δεν µιλούσε αγγλικά, γι’ αυτό και έµαθα ιταλικά γρήγορα.

Όµως οι άνθρωποι µε περιέβαλαν µε αγάπη, δηµιουργώντας τις συνθήκες για να αναπτύξω φιλίες και συνεργασίες», λέει. Σήµερα είναι διευθύντρια του Tµήµατος Εκπαίδευσης του Εθνικού Μουσείου Επιστήµης και Τεχνολογίας Leonardo da Vinci, που γιορτάζει φέτος τα 500 χρόνια από τον θάνατο του µέγιστου των δασκάλων της Αναγέννησης.

Πώς, όµως, µπορεί ένα µουσείο να προσελκύσει το νεανικό κοινό και να αποτελέσει προορισµό σε µια πόλη γνωστή κατά κύριο λόγο για τα fashion shows της; «Όπως γνωρίζουν πολλοί απ’ αυτούς που εργάζονται στον χώρο, υπάρχει σηµαντικό κενό στην επισκεψιµότητα όσον αφορά στην ηλικία, που ξεκινά από το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και διαρκεί µέχρι τη στιγµή που θα αισθανθεί κάποιος την ανάγκη να συνοδεύσει παιδιά στο µουσείο – επειδή, για παράδειγµα, γίνεται γονέας. Με άλλα λόγια, είναι συγκριτικά λιγότεροι οι έφηβοι ή οι νεαροί ενήλικες που θα αποφασίσουν να έρθουν µε δική τους πρωτοβουλία.

Έτσι, ένα σύγχρονο µουσείο πρέπει να κάνει σωστές επιλογές και να γνωρίζει ποιες είναι οι σύγχρονες και οι πιθανές µελλοντικές τάσεις. Στο πλαίσιο αυτό έχουµε ξεκινήσει σειρά δράσεων που προωθούν την ιδέα ενός σύγχρονου µουσείου ως µέρος της ζωής όλων µας.

Για τους νέους ενήλικες το Leonardo da Vinci προτείνει την Open Night, µε αφορµή την Ευρωπαϊκή Νύχτα των Ερευνητών, που περιλαµβάνει ένα πρόγραµµα εργαστηρίων και συζητήσεων µε θέµατα από τη σύγχρονη έρευνα και επιστήµη, τα οποία έχουν στόχο να φέρουν σε άµεση επαφή τους πολίτες και την επιστηµονική κοινότητα.

Έχουµε επίσης τις πιο ποπ Cult Nights, µε θέµατα όπως η επέτειος των 50 χρόνων της ταινίας 2001 Οδύσσεια του ∆ιαστήµατος, που συνδυάζουν DJ set και ποτό µε προβολές, συζητήσεις και παιχνίδια ή αυτή τον Ιούλιο που ήταν αφιερωµένη στα 50 χρόνια από την προσσελήνωση. Να πω εδώ ότι το 2012, το ταξίδι στο Exploratorium του Σαν Φρανσίσκο και η συνάντηση µε

τους συναδέλφους Mike Petrich και Karen Wilkinson υπήρξε η αφορµή για µια από τις πιο καινοτόµες κινήσεις του Μουσείου, τη δηµιουργία της Tinkering Zone που συνδυάζει την επιστηµονικότητα µε τη δηµιουργικότητα µέσα από µια διαδροµή όχι εκ των προτέρων ορισµένη. Όπως ακριβώς συµβαίνει µε τη ρευστή διαδικτυακή εποχή µας. Με λίγα λόγια, το Μουσείο ακούει την κοινωνία, παρακολουθεί τα trends και τον ψηφιακό διαφωτισµό και γίνεται κοµµάτι τους. Αναπόσπαστο, αλλά ενδιαφέρον», τονίζει.

Στοίχηµα που φαίνεται να έχει κερδηθεί, καθώς το 2018 περισσότεροι από 532.000 άνθρωποι επισκέφτηκαν το Μουσείο και 1,2 εκατοµµύρια την ιστοσελίδα του. Ανάµεσά τους, 4.500 σχολικά γκρουπ και 112.500 µαθητές, οι οποίοι πήραν µέρος σε προγράµµατα των 14 διαδραστικών εργαστηρίων. Επιδόσεις που καθιστούν το Leonardo da Vinci το πιο µεγάλο επιστηµονικό µουσείο της Ιταλίας.

Η Μαρία Ξανθουδάκη συµπληρώνει φέτος 20 χρόνια στην ιταλική µεγαλούπολη. Ταξιδεύει πολύ, δίνει διαλέξεις και συνεχίζει να πιστεύει ότι η πίτσα είναι µια από τις σηµαντικότερες εφευρέσεις των Ιταλών. «Ζω στο κέντρο, περίπου µισή ώρα από το Duomo, κάτι που µου επιτρέπει να πηγαίνω παντού µε τα πόδια ή µε το µετρό και να απολαµβάνω τη γειτονιά µου.

Έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Άνοιξαν οίκοι µόδας που αναζητούσαν µια περιοχή χαµηλών τόνων, µακριά από το Quadrilatero della Μoda. Κατά συνέπεια, άνοιξαν και µπαράκια, καφέ, εστιατόρια που δίνουν άλλο χρώµα στην περιοχή, αλλά χωρίς υπερβολές. Από αυτά ξεχωρίζω την Égalité, µια boulangerie µε γαλλική ατµόσφαιρα, και το Pavé, µε το πιο ιδιαίτερο παγωτό», περιγράφει.

Της ζητώ να απαριθµήσει τα µέρη που αποτελούν τον προσωπικό της «θάλαµο αποσυµπίεσης». Το σκέφτεται ελάχιστα. «Πρώτα απ’ όλα η στέγη του Duomo, όπου µπορείς να θαυµάσεις την απίστευτη λεπτοµέρειά της και τη θέα µέχρι τις Άλπεις. Έπειτα, µια βόλτα στη Σκάλα και µετά στο κέντρο, γιατί Μιλάνο σηµαίνει µόδα, βιτρίνες, φινέτσα, υπερβολή, αλλά και εφευρετικότητα.

Λατρεύω επίσης το Quadrilatero del Silenzio, τη “γειτονιά της ησυχίας”, µια όαση στη µέση του χάους, όπου µπορείς να δεις σπίτια µε αγάλµατα, ψηφιδωτά, κρυµµένους κήπους και να φωτογραφίσεις τα ροζ φλαµίνγκο στον κήπο της Villa Invernizzi. Τελευταία επισκέπτοµαι και την Piazza Gae Aulenti, για τους ουρανοξύστες, τους κάθετους κήπους και τη “Βιβλιοθήκη των φυτών”, µια από τις πιο σύγχρονες γειτονιές».

Αγαπά επίσης τη γυµναστική, τις βόλτες και τη µαγειρική. «Περπατώ πολύ, εντός και εκτός πόλης. Με αποφορτίζει. Όπως και τα ταξίδια. Με κάθε ευκαιρία πηγαίνω στην Κρήτη. Μου λείπουν οι γονείς, η αδερφή µου και οι αργοί ρυθµοί της Ελλάδας. Όπως και το νερό της. Όταν µένω σπίτι, αφιερώνω χρόνο στη µαγειρική. Επίσης διαβάζω όσο περισσότερο µπορώ και παρακολουθώ τα social media.

Προτιµώ το Facebook από το Instagram. Είµαι άνθρωπος των λέξεων και µ’ αρέσει να γράφω. Όπως και να διαβάζω στα sites και τα περιοδικά για όσα συµβαίνουν στον χώρο της µόδας και ειδικότερα όσα αφορούν τις γυναίκες που µε εµπνέουν. Μία από αυτές είναι η Amal Alamuddin. ∆εν είναι κλασικά όµορφη, αλλά έχει κάποια στοιχεία που την κάνουν ξεχωριστή, ενώ η προσωπικότητά της υπερισχύει του στυλ. Αυτή η γυναίκα έχει κάτι διαφορετικό µέσα σε έναν κόσµο που µοιάζει τόσο ίδιος. Και αυτό είναι από µόνο του σπάνιο και σπουδαίο», καταλήγει.

ΠΗΓΗ: vogue.gr