Μ. Ανδριανάκης: Τα Χανιά του Edward Lear| φωτο

0
72

Γράφει ο Μιχάλης Ανδριανάκης*

Τα Χανιά από ανατολικά.

Δυο υδατογραφίες του Edward Lear (1864). Η πρώτη, από το Μουσείο Τέχνης του Τολέδου σχεδιάστηκε από τη θέση Μπάνια (φαίνονται τα χαρακτηριστικά βράχια και η απότομη ακτή).

Στο βάθος η χερσόνησος της Σπάθας και η νησίδα Θοδωρού, στο κέντρο η κλεισμένη στα τείχη πόλη.

Ξεχωρίζουν, εκτός από τους δυο μιναρέδες το τεράστιο Οθωμανικό Διοικητήριο (Κονάκι) στο Καστέλι και ο νοτιοανατολικός κυκλικός επιπρομαχώνας της Santa Lucia,που δεν υπάρχει πια.

Στην παραλία του Κουμ Καπί έχει ήδη σχηματιστεί η συνοικία, ενώ η υπόλοιπη περιαστική περιοχή φαίνεται ακατοίκητη.

Ένας μεγάλος τοίχος ( ; ) αριστερά ίσως είναι το Πεδίο του Άρεως.

Στη δεύτερη από το Ashmolean Museum του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης σχεδιάζονται, από το ύψος του Αγίου Ματθαίου, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια η Σπάθα και τα Θοδωρού, φαίνεται αρκετά πυκνοκατοικημένη ήδη η Χαλέπα και το γνωστό τοπίο με τους ελαιώνες και τα πεύκα.

Ο Μιχάλης Ανδριανάκης είναι επίτιμος έφορος Αρχαιοτήτων 

Info:

O Έντουαρντ Λίαρ (αγγλικά: Edward Lear‎) ή Ἐδουάρδος Λῦαρ, όπως ο ίδιος έγραφε το όνομά του στα ελληνικά, (Λονδίνο, 12 Μαΐου 1812 – Σαν Ρέμο, 29 Ιανουαρίου 1888) ήταν Άγγλος συγγραφέας και ζωγράφος.

Είναι γνωστός κυρίως για τη συνεισφορά του στο είδος της παράδοξης λογοτεχνίας ή λογοτεχνίας της ανοησίας (nonsense literature) και της σατιρικής ποίησης. Με τα nonsense Limericks που συνέθεσε, δηλ. τα «ανοησιολογήματα» ή «στιχουργικά παραδοξολογήματά» του, καθώς και τις ιδιόμορφες ζωγραφιές που τα πλαισίωναν, ο Λίαρ αναγνωρίστηκε και καθιερώθηκε ως ηγετική φυσιογνωμία αυτού του λογοτεχνικού είδους, ως ο «μαιτρ της ανοησίας».

Γεννήθηκε στο Χάιγκεϊτ, τότε ένα προάστιο του βόρειου Λονδίνου και υπήρξε το νεότερο από τα 21 παιδιά του χρηματιστή Τζερεμάια Λίαρ (1788-1833) και της Αν Κλαρκ Σκέριτ (1766-1844).

Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννηση του Έντουαρντ, η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πολυτελή ζωή στην οποία είχε συνηθίσει, μετά από αποτυχία του πατέρα του στο χρηματιστήριο. Την ανατροφή του ανέλαβε στη θέση της μητέρας του η μεγαλύτερη αδελφή του, Αν Λίαρ, ενώ στην εκπαίδευσή του συνέβαλε επίσης η αδελφή του Σάρα.

Οι δύο αδελφές του τον έφεραν σε πρώτη επαφή με την κλασική λογοτεχνία και τη ρομαντική ποίηση, όπως και με τη ζωγραφική. Από την ηλικία των δεκαπέντε ετών ασχολήθηκε με το σχέδιο για βιοποριστικούς λόγους.

Εργάστηκε στο Βρετανικό Μουσείο, όπου φιλοτέχνησε σχέδια πτηνών, συνεργαζόμενος με τον ορνιθολόγο Τζον Γκουλντ, με τον οποίο ταξίδεψε στο Άμστερνταμ, στο Ρότερνταμ, στη Βέρνη και στο Βερολίνο.

Καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Λίαρ υπέφερε από επιληψία και κατάθλιψη, ενώ στο τέλος της ζωής του αντιμετώπισε επίσης προβλήματα με την όρασή του. Υπήρξε δεινός ταξιδευτής, με την Ιταλία, την Ελλάδα, την Αλβανία, την Παλαιστίνη, τη Συρία, την Αίγυπτο και την Ινδία να αποτελούν μερικούς από τους πολυάριθμους σταθμούς των περιπλανήσεών του.

Φιλοτέχνησε πολλές τοπιογραφίες, κυρίως υδατογραφίες, καθώς και τοπογραφικά σχέδια υψηλής ακρίβειας, καταγράφοντας τις περιπλανήσεις του και εκδίδοντας ταξιδιωτικά κείμενα με σημαντικότερο το Journals of a Landscape Painter in Albania, &c. (1851).

Ως ζωγράφος, φαίνεται πως έχαιρε εκτίμησης, ενώ υπήρξε δάσκαλος της βασίλισσας Βικτωρίας για σύντομο χρονικό διάστημα, από την οποία πληροφορούμαστε πως ο Λίαρ ήταν εξαιρετικός στη διδασκαλία του.

Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, όπου πέθανε τον Ιανουάριο του 1888.

Το έργο του

Το συγγραφικό έργο του συγκρίνεται συχνά με αυτό του Λιούις Κάρολ, μαζί με τον οποίο συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους συγγραφείς παραδοξολογημάτων της Βικτοριανής εποχής.

Στα πιο γνωστά έργα του Λίαρ ανήκει η πρώτη συλλογή παραδοξολογημάτων του Book of Nonsense (1846), στην οποία επιδίωξε να συνθέσει στίχους «α-νόητους, διαυγείς και απόλυτου. Κάθε ποίημα ακολουθεί την ίδια δομή, ξεκινώντας συνήθως με τη χαρακτηριστική στροφή «There was an old man of […]», που ενίοτε παραλλάσσεται ελαφρά. Ο Λίαρ δεν επινόησε αυτή τη στιχουργική μορφή, ωστόσο την υιοθέτησε ως ένα εύκολο μέσο για να συνθέσει διασκεδαστικές ρίμες.

Όπως και στην περίπτωση του Κάρολ, τα παιδαριώδη γραπτά τού Λίαρ έγιναν αντικείμενο εκτενέστερης ανάλυσης, σε μια προσπάθεια να αποκαλυφθεί κάποιο κρυφό νόημα και βαθύτεροι συμβολισμοί, παρά το γεγονός πως ο ίδιος ο συγγραφέας ανέφερε χαρακτηριστικά πως επιδίωξε να καταστήσει το έργο του ακατάλληλο για τέτοιου είδους παρερμηνείες.

Ο Τζορτζ Όργουελ διέκρινε στον Λίαρ την ικανότητα να αποφεύγει το χυδαίο, παρομοιάζοντας το χιούμορ του με κακοποιό πνεύμα που παρεμβαίνει στην κοινή λογική.

Το 1886, αναγνωρίζοντας την αξία τού έργου του, ο κριτικός και συγγραφέας Τζον Ράσκιν, συμπεριέλαβε τον Λίαρ στην κορυφή ενός προσωπικού καταλόγου με τους σημαντικότερους συγγραφείς, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Pall Mall Gazette.

Εκτός από χιουμοριστικούς στίχους, ο Λίαρ συνέθεσε επίσης μία σειρά από παραδοξολογήματα, όπως την παράδοξη βοτανική (Nonsense Botany) στην οποία εικονογράφησε φανταστικά είδη δικής του ονοματολογίας, και το παράδοξο αλφάβητο. Μελοποίησε επίσης ποιήματά του, ωστόσο σημαντικό μέρος της μουσικής που συνέθεσε έχει χαθεί.

Πληροφορίες από το el.wikipedia.org