Η Χανιώτισσα γιαγιά που κατακρεούργησε το εγγόνι της στον Πειραιά, 110 χρόνια πριν

0
583

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα και η βαθιά συντηρητική κοινωνία της Κρήτης δεν μπορεί να ανεχθεί τους παράνομους έρωτες. Αυτό είναι κάτι που γνωρίζει πολύ καλά η Σφακιανή χήρα, Μαρία Παπαδάκη. Γι’ αυτό και όταν η 30χρονη κόρη της Αφροδίτη της ανακοινώνει ότι είναι έγκυος, η φυγή αποτελεί μονόδρομο για την οικογένεια.

Φθινόπωρο του 1907 και η Μαρία με την Αφροδίτη Παπαδάκη, βρίσκουν καταφύγιο στον Πειραιά. Η νεαρή κοπέλα, «μία πολύ συμπαθητική φυσιογνωμία με γαλανούς οφθαλμούς» όπως θα την περιγράψει ο Τύπος της εποχής, έχει στα σπλάχνα της τον καρπό ενός παράνομου έρωτα με έναν Χανιώτη δικηγόρο. Οι συγχωριανοί τους στα Χανιά δεν υπήρχε περίπτωση να αποδεχτούν ένα παιδί εκτός γάμου και η σύντομα ή οικογένεια Παπαδάκη θα γίνονταν ανεπιθύμητη.

Το ημερολόγιο δείχνει 9 Μαΐου 1908. Μία ημερομηνία που θα τελεστεί ένα απ’ τα πιο φρικτά εγκλήματα στην ιστορία της Ελλάδας. Η ετοιμόγεννη Αφροδίτη νιώθει τα «νερά να σπάνε» και κλείνεται μαζί με τη μητέρα της στο μαγειρείο της αυλής, όπου φέρνει στον κόσμο ένα υγιέστατο αγοράκι. Κατάκοπη και μισολιπόθυμη από τη γέννα η 30χρονη κοπέλα θα κρατήσει για λίγα λεπτά στην αγκαλιά της το μωρό, μέχρι να τη μεταφέρει υποβασταζόμενη η μητέρα της στο δωμάτιο τους. Η Μαρία Παπαδάκη επιστρέφει στο μαγειρειό και εκεί θα γραφτεί η φρικτή ιστορία.

Ο Τύπος της εποχής θα γράψει για «άγρια κατακρεούργησιν αρτιγέννητου βρέφους», το οποίο η γιαγιά του αποκεφάλισε με ένα μαχαίρι, του έκοψε τα πόδια και στη συνέχεια τοποθέτησε τα κομμάτια απ’ το άψυχο κορμάκι του μέσα σε ένα τσουκάλι με βραστό νερό, για να τα εξαφανίσει. Ωστόσο, οι άλλοι κάτοικοι της αυλής, θα παρατηρήσου τις κηλίδες αίματος (σ.σ. από τη λεχώνα Αφροδίτη Παπαδάκη) που οδηγούν στο δωμάτιο των δύο γυναικών και θα χτυπήσουν την πόρτα να δουν τι συμβαίνει. Έτσι θα αποκαλυφθεί το κρυμμένο μυστικό της γέννας, με τη γειτονιά να μαζεύεται απ’ έξω για να καταδικάσει την «ατιμία» της 30χρονης κοπέλας.

Η μάνα στη φυλακή, η κόρη στο νοσοκομείο

Όταν φτάνει στο σημείο η Χωροφυλακή, για να διαλύσει το πλήθος, παίζεται το τελευταίο μέρος του δράματος. Ο ενωμοτάρχης ζητά από τις δύο γυναίκες να υποδείξουν το νεογέννητο παιδί, όμως αυτό δεν είναι πια στη ζωή. Η Μαρία Παπαδάκη ομολογεί την πράξη της και ο Τύπος της εποχής θα γράψει για «ένα από τα φρικωδέστερα εγκλήματα τα οποία καθ’ εκάστην συνταράττουσι σχεδόν τακτικώς την Πειραϊκήν κοινωνία». Η χήρα θα οδηγηθεί σιδηροδέσμια στον Σταθμό Χωροφυλακής, ενώ η λεχώνα κόρη της στο Τζάνειο Νοσοκομείο.

Σήμερα, 110 χρόνια μετά, ελάχιστοι θυμούνται την ιστορία που για εβδομάδες απασχολούσε τον Τύπο της εποχής.