Επαναλαμβανόμενες αποβολές: Ο ρόλος του σπέρματος

0
85
ID:163814231

Οι επαναλαμβανόμενες αποβολές επηρεάζουν το 1%-2% των ζευγαριών και ορίζονται ως τρεις ή περισσότερες διαδοχικές αποβολές πριν από τη συμπλήρωση 20 εβδομάδων κύησης.

Οι γυναίκες με διαδοχικές αποβολές υποβάλλονται σε εξετάσεις για τη διερεύνηση των αιτίων, δεν ισχύει όμως κάτι ανάλογο για τους άντρες. Σύμφωνα με μια νέα μικρή βρετανική επιστημονική έρευνα, η ποιότητα του σπέρματος του άνδρα μπορεί να ευθύνεται για τις διαδοχικές αποβολές, γι’ αυτό πρέπει και οι άνδρες να κάνουν εξετάσεις π.χ. για βακτηριακή λοίμωξη στον προστάτη όπου παράγεται το σπέρμα.

Οι ερευνητές του Τμήματος Ιατρικής του Imperial College του Λονδίνου, με επικεφαλής τη δρα Χάνα Τζαγιασένα συνέκριναν το σπέρμα 50 ανδρών με μέση ηλικία τα 37 έτη, των οποίων οι γυναίκες είχαν κάνει διαδοχικές αποβολές πριν την 20ή εβδομάδα της κύησης, με το σπέρμα 60 ανδρών των οποίων οι σύντροφοι δεν είχαν τέτοιο πρόβλημα.
Διαπιστώθηκε ότι οι άνδρες της πρώτης ομάδας είχαν κατά μέσο όρο διπλάσιες βλάβες στο DNA σε σχέση με εκείνους της δεύτερης ομάδας. Αυτό φαίνεται να οφείλεται στο ότι οι άνδρες αυτοί έχουν τετραπλάσια μόρια (τις λεγόμενες ελεύθερες ρίζες ή δραστικές μορφές οξυγόνου) που μπορούν να κάνουν ζημιά στο σπέρμα. Τα μόρια αυτά προστατεύουν το σπέρμα από τις λοιμώξεις, αλλά σε μεγάλες ποσότητες μπορούν να του προξενήσουν βλάβες. Ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος για τους παχύσαρκους άνδρες που έχουν πολύ λίπος στο σώμα τους και παράγουν περισσότερα μόρια αυτού του είδους.

«Παραδοσιακά οι γιατροί έχουν εστιάσει την προσοχή τους στις γυναίκες, όταν αναζητούν τις αιτίες των διαδοχικών αποβολών. Η υγεία των ανδρών και του σπέρματος τους δεν αναλύεται. Όμως η νέα έρευνα έρχεται να προσθέσει νέα στοιχεία ότι η υγεία του σπέρματος καθορίζει και την υγεία της κύησης», δήλωσε η δρ Τζαγιασένα.

«Η υγεία του σπέρματος παίζει ρόλο στις αποβολές και η αιτία δεν αφορά αποκλειστικά στις γυναίκες. Τώρα πλέον ξέρουμε ότι και οι δύο σύντροφοι συμβάλλουν στις επαναλαμβανόμενες αποβολές», πρόσθεσε.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Clinical Chemistry.

Πηγή: onmed.gr