Γράφει ο Λευτέρης Κορωνιωτάκης*
Μετά τη δημοπρασία της 31ης Αυγούστου, προβληματισμοί εκφράζονται τόσο από νέους πλειοδότες όσο και από παλιούς καταστηματάρχες.
Οι νέοι πλειοδότες της διαδικασίας του περασμένου Ιουνίου διαπιστώνουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ίδια ή αντίστοιχα καταστήματα δημοπρατήθηκαν αργότερα σε χαμηλότερες τιμές. Αντίστοιχα, παλιοί καταστηματάρχες επισημαίνουν ότι τα μισθώματα που τους ζητήθηκαν βάσει της εκτίμησης απέχουν σημαντικά από εκείνα που προέκυψαν στις πρόσφατες δημοπρασίες. Ενδεικτικά, αναφέρονται ποσά 2.410 ή 2.700 ευρώ τον μήνα, ενώ αντίστοιχα καταστήματα κατακυρώθηκαν πολύ χαμηλότερα.
Οι αποκλίσεις αυτές θέτουν ζητήματα συγκρισιμότητας των καταστημάτων, των θέσεων και των χρήσεών τους, καθώς και ανάγκης για σαφή και ενιαία κριτήρια καθορισμού των μισθωμάτων. Το μεγάλο χάσμα μεταξύ των ενοικίων δημιουργεί εύλογες απορίες και ενισχύει το αίσθημα αδικίας και στις δύο πλευρές.
Παράλληλα, ερωτήματα προκύπτουν για τον σχεδιασμό των χρήσεων. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε περιορισμένο αριθμό καταστημάτων για δραστηριότητες όπως πώληση ξηρών καρπών,πρατήρια άρτου ,και καφενεία. Στη συνέχεια, όμως, φαίνεται να διευρύνονται οι επιτρεπόμενες χρήσεις, επιτρέποντας περισσότερα καταστήματα με ίδια ή παρεμφερή αντικείμενα.
Η συγκέντρωση πολλών ίδιων δραστηριοτήτων μπορεί να εντείνει τον ανταγωνισμό, να περιορίσει την ποικιλία και να δυσκολέψει τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Δεν αρκεί να ανοίξουν τα καταστήματα, πρέπει να μπορούν και να επιβιώσουν.
Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται να αποσαφηνιστούν ο αριθμός των καταστημάτων ανά επαγγελματική κατηγορία, τα κριτήρια καθορισμού των χρήσεων και το αν προβλέπεται ισορροπημένη παρουσία διαφορετικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται παραδοσιακά με τον χαρακτήρα μιας δημοτικής αγοράς.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εξεταστεί η διεύρυνση της «βεντάλιας» των προϊόντων, ώστε να συμπεριληφθούν και μη βρώσιμα είδη, όπως τουριστικά προϊόντα και αναμνηστικά. Από τη στιγμή που, σύμφωνα με τη Δημοτική Αρχή, η Αγορά αναμένεται να προσελκύσει εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν μπορεί να απουσιάζουν τέτοιες δραστηριότητες.
Με σωστό σχεδιασμό, η παρουσία τους δεν θα αλλοίωνε απαραίτητα τον χαρακτήρα της Αγοράς. Αντίθετα, θα μπορούσε να ενισχύσει την ποικιλία, να προσελκύσει επισκέπτες και να συμβάλει στη λειτουργία της καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες.
Επομένως, απαιτείται συνολική ενημέρωση για:
– τα κριτήρια καθορισμού των μισθωμάτων,
– τις διαφορές μεταξύ των διαδοχικών δημοπρασιών,
– τον αριθμό των καταστημάτων ανά κατηγορία,
– τις επιτρεπόμενες χρήσεις,
– τη δυνατότητα λειτουργίας καταστημάτων με τουριστικά και μη βρώσιμα προϊόντα, και τον συνολικό σχεδιασμό για τη βιωσιμότητα της Αγοράς.
Η Δημοτική Αγορά δεν είναι απλώς ένα σύνολο ανεξάρτητων καταστημάτων. Η σύνθεση των δραστηριοτήτων, η σχέση μεταξύ των μισθωμάτων και η ποικιλία των προϊόντων θα καθορίσουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την εξυπηρέτηση κατοίκων και επισκεπτών.
Το ζητούμενο είναι ένας σχεδιασμός με σαφείς κανόνες, ισότιμους όρους και ισορροπημένη κατανομή των χρήσεων. Αν η Αγορά φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες, πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτή την πραγματικότητα, παραμένοντας ζωντανή, λειτουργική και βιώσιμη όλο τον χρόνο.
* Ο Λευτέρης Κορωνιωτάκης είναι πρόεδρος του Συλλόγου Καταστηματαρχών Δημοτικής Αγοράς Χανίων












