Αναδρομικά-Συντάξεις: Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό τον νόμο Κατρούγκαλου

0
143

Αντισυνταγματικός κρίθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), ο νόμος Κατρούγκαλου 4387/2016 σε αρκετά από τα άρθρα του.

Ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας είχαν συζητηθεί στις 4/10/2017 προσφυγές φυσικών προσώπων και ομάδων που είχαν ζητήσει την ακύρωση επιμέρους άρθρων του. Οι διασκέψεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου έχουν προ καιρού ολοκληρωθεί, οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί (μάλιστα και με ισχυρές μειοψηφίες), η καθαρογραφή τους βρίσκεται στο τελικό στάδιο και αναμένεται η δημοσίευσή τους, καθώς φαίνεται, εντός ολίγων ημερών.

Σύμφωνα με πληροφορίες, μεγάλο τμήμα τού σκεπτικού των υπό έκδοση αποφάσεων αφιερώνεται στο ζήτημα της αναδρομικότητας των διεκδικήσεων για όσες διατάξεις του ασφαλιστικού νόμου κριθούν αντισυνταγματικές.

Επί του κεφαλαιώδους αυτού ζητήματος για τη ζωή και την αξιοπρέπεια εκατομμυρίων συνταξιούχων και εργαζομένων, όπως σημειώνει η Ένωση, φαίνεται ότι οι ανώτατοι δικαστές έχουν καταλήξει στο ίδιο ακριβώς σκεπτικό με αυτό της υπ’αριθ. 2287/2015 απόφασης της Ολομέλειας, δηλαδή την κήρυξη ως αντισυνταγματικών των διατάξεων για τις περικοπές των συντάξεων του β’ Μνημονίου και την κατάργηση των Δώρων.

Ίδια, εξάλλου, επιχειρηματολογία είχαν αναπτύξει αργότερα και οι υπ’αριθ. 431/2018 και 479/2018 αποφάσεις του ΣτΕ, για τους ιατρούς του ΕΣΥ και τους καθηγητές ΤΕΙ αντίστοιχα, ενώ πανομοιότυπη ήταν και η κρίση της πρόσφατης απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου 244/2017 που κήρυξε αντισυνταγματικό τον θεσμό της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ).

Ενόψει της δημοσίευσης, εντός των επομένων ημερών, των αποφάσεων του ΣτΕ για τις περικοπές του νόμου Κατρούγκαλου, η ΕΝΥΠΕΚΚ δημοσιεύει τμήμα τού σκεπτικού της πολύ σημαντικής υπ’αριθ. 2287/2015 απόφασής του, που φαίνεται ότι θα ακολουθήσουν και οι επικείμενες αποφάσεις για τον νόμο Κατρούγκαλου. Αυτό σημαίνει ότι οι συνταξιούχοι που διεκδικούν αναδρομικά θα έχουν ελπίδες να δικαιωθούν για το διάστημα μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης.

Το επίμαχο απόσπασμα τονίζει τα εξής για την απαγόρευση της αναδρομικότητας των διεκδικήσεων:

«(…) Στην προκειμένη περίπτωση, η, κατά τα ανωτέρω, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012 θα συνεπήγετο υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί με αναδρομική καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών που περιεκόπησαν, βάσει των αντισυνταγματικών αυτών διατάξεων, όχι μόνον στην ενάγουσα, αλλά και σε ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο προσώπων που αφορά η παρούσα πρότυπη δίκη. Εν όψει των δεδομένων τούτων, το Δικαστήριο, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επιμάχων διατάξεων θα επέλθουν μετά την δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως. Η κρατήσασα δε αυτή άποψη δεν συγκρούεται ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί της αξιώσεως δικαστικής προστασίας, αλλ’ ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι αφ’ ενός μεν η αναδρομικότητα των συνεπειών των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αυτονόητη και αποκλειστική κάθε άλλης ρυθμίσεως, αφ’ ετέρου δε με τον ως άνω τιθέμενο περιορισμό, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εφόσον αυτοί δεν αποστερούνται των δικαιωμάτων τους, τα οποία απλώς περιορίζονται, για τους προαναφερόμενους λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 4741/2014 Ολομ.).».

Πηγή: protothema.gr