Την ανάγκη άμεσης λήψης μέτρων για τη διάσωση του Ιταλικού Στρατώνα στα Χανιά, πριν η συνεχιζόμενη φθορά οδηγήσει σε νέες, ενδεχομένως μη αναστρέψιμες απώλειες, επισημαίνει ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Χανίων, με δημόσια παρέμβασή του μετά την πρόσφατη κατάρρευση σημαντικού τμήματος της εσωτερικής οροφής του ιστορικού κτιρίου. Παράλληλα, θέτει ζήτημα επιστημονικής τεκμηρίωσης της δυνατότητας αποκατάστασής του, τονίζοντας ότι η διαπίστωση εκτεταμένων ζημιών δεν αρκεί για να θεωρηθεί αδύνατη η διάσωσή του.
Ο Σύλλογος ασκεί κριτική για τη μακρόχρονη αδράνεια που ακολούθησε την καταστροφική πυρκαγιά της 22ας Ιουλίου 2018, επισημαίνοντας ότι, παρά τη δέσμευση 6 εκατομμυρίων ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, η χρηματοδότηση δεν αξιοποιήθηκε εγκαίρως και δεν πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές εργασίες αποκατάστασης και επαρκή μέτρα προστασίας. Οκτώ χρόνια αργότερα, το κτίριο, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά και αρχιτεκτονικά τοπόσημα της πόλης, βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρές φθορές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τοποθέτηση του Συλλόγου για την πρόθεση εγκατάστασης του Δημαρχείου Χανίων στον Ιταλικό Στρατώνα. Χωρίς να απορρίπτει τη συγκεκριμένη επιλογή, επισημαίνει ότι πρέπει προηγουμένως να εξεταστούν οι λειτουργικές απαιτήσεις μιας τέτοιας χρήσης, οι επιπτώσεις στην κυκλοφορία και τη στάθμευση, καθώς και η δυνατότητα προσαρμογής του ιστορικού κτιρίου χωρίς αλλοίωση των αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών του.
Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Χανίων ζητά ολοκληρωμένη τεχνική αξιολόγηση, άμεση καταγραφή των ζημιών, μέτρα στερέωσης και προστασίας, καθώς και αποκατάσταση με διατήρηση του αυθεντικού υλικού του κτιρίου. Παράλληλα, καλεί τους αρμόδιους φορείς να προχωρήσουν σε ουσιαστικό και τεκμηριωμένο διάλογο για τη μελλοντική χρήση του, υπογραμμίζοντας ότι «τα Χανιά δεν αντέχουν άλλες απώλειες της αρχιτεκτονικής και ιστορικής τους κληρονομιάς».
Το πλήρες κείμενο της παρέμβασης έχει ως εξής:
«Το κτίριο του πρώην Στρατοπέδου Τζομπανάκη, γνωστό στη συλλογική μνήμη ως «Ιταλικός Στρατώνας», αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά τοπόσημα των Χανίων. Βρίσκεται στη συμβολή των οδών Σφακιανάκη και Τζανακάκη και υπήρξε το πρώτο δημόσιο κτίριο που ανεγέρθηκε εκτός των ενετικών τειχών, σηματοδοτώντας μια καθοριστική στιγμή στην ιστορική και πολεοδομική εξέλιξη της πόλης.
Ανεγέρθηκε το 1884 από την Οθωμανική Διοίκηση και αποτελεί αξιόλογο δείγμα οθωμανικού νεοκλασικισμού. Η συμμετρία, η λιτότητα της σύνθεσης, το υπερυψωμένο κεντρικό τμήμα και τα επιμέρους μορφολογικά στοιχεία του αναδεικνύουν τις ενετικές και οθωμανικές αρχιτεκτονικές επιρροές που διαμόρφωσαν την ταυτότητά του.
Η ιστορική του διαδρομή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πολιτικές, στρατιωτικές και διοικητικές εξελίξεις της Κρήτης. Μετά την κήρυξη της Αυτονομίας της Κρήτης το 1897, φιλοξένησε ιταλικά στρατεύματα, σε μια περίοδο κατά την οποία τα Χανιά αποτελούσαν την πρωτεύουσα της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, από το 1995 έως το 2016, με ενδιάμεση διακοπή από το 2002 έως το 2009, στέγασε το Παράρτημα Χανίων του Πολεμικού Μουσείου Αθηνών.
Η ιστορική και αρχιτεκτονική αξία του κτιρίου αναγνωρίστηκε θεσμικά με τον χαρακτηρισμό των όψεων και της στέγης του ως έργου τέχνης, σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση ΥΑ ΥΠΠΕ/ΓΔΠΑ/ΔΙΛΑΠ/Γ/1675/46079/2.8.1980 (ΦΕΚ 795/Β/22.8.1980), η οποία τροποποιήθηκε με την ΥΑ ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/1635/13023/46079/2.8.80 (ΦΕΚ 232/Β/6.4.1992).
Σήμερα, παρά την εγκατάλειψή του, ο Ιταλικός Στρατώνας αποτελεί παράλληλα αναπόσπαστο τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου ιστορικών, εκπαιδευτικών και πολιτιστικών τοπόσημων, που εκτείνεται από την οδό Νεάρχου και το Δικαστικό Μέγαρο έως το Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας, τον iστορικό Δημοτικό Κήπο, το Εθνικό Στάδιο Χανίων “Έλενα Βενιζέλου” και το ιστορικό σχολικό συγκρότημα της οδού Κοραή. Το σύνολο αυτό συγκροτεί τον ευρύτερο πολιτιστικό πυρήνα της πόλης, γνωστό ως “πολιτιστικό τρίγωνο”, στον οποίο το κτίριο κατέχει κομβική θέση.
Το κτίριο έχει υποστεί σημαντικές φθορές, τόσο από τον σεισμό του 2006 όσο και από την καταστροφική πυρκαγιά της 22ας Ιουλίου 2018. Παρά τη δέσμευση ποσού 6.000.000 ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για την αποκατάστασή του, η αξιοποίηση της χρηματοδότησης δεν προχώρησε εγκαίρως. Οκτώ χρόνια μετά την πυρκαγιά, η απουσία ουσιαστικών εργασιών αποκατάστασης και επαρκών μέτρων προστασίας έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση, με την κατάρρευση σημαντικού τμήματος της εσωτερικής οροφής.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει με τον πλέον σαφή τρόπο τις συνέπειες της μακρόχρονης αδράνειας απέναντι σε ένα ιστορικό κτίριο. Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν μπορεί να εξαντλείται σε εξαγγελίες, σχεδιασμούς και μελλοντικές μελέτες. Απαιτεί έγκαιρες, συντονισμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες ενέργειες, με άμεση προτεραιότητα την ασφάλεια, τη διασφάλιση της στατικής επάρκειας και την αποτροπή περαιτέρω απωλειών.
Οι πρόσφατες δημόσιες αναφορές για την κατάσταση του κτιρίου και τις δυνατότητες αποκατάστασής του καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης τεχνικής αξιολόγησης. Η διαπίστωση εκτεταμένων ζημιών δεν αρκεί, από μόνη της, για να τεκμηριώσει ότι η διάσωση του κτιρίου είναι αδύνατη. Κάθε σχετική κρίση οφείλει να βασίζεται σε σαφή επιστημονικά δεδομένα, αναλυτική αξιολόγηση της υφιστάμενης κατασκευής και διερεύνηση όλων των τεχνικά εφικτών λύσεων διάσωσης.
Βασική αρχή κάθε επέμβασης πρέπει να είναι η διατήρηση του αυθεντικού υλικού και η διάσωση κάθε ιστορικού και αρχιτεκτονικού στοιχείου που εξακολουθεί να σώζεται. Η άμεση καταγραφή και τεκμηρίωση των ζημιών, καθώς και η εφαρμογή κατάλληλων μέτρων στερέωσης και προστασίας, αποτελούν αναγκαία πρώτα βήματα. Η αποκατάσταση οφείλει να σέβεται την ιστορική διαστρωμάτωση και την αρχιτεκτονική αξία του μνημείου, χωρίς να περιορίζεται στην ανακατασκευή της εξωτερικής του όψης ή να αντιμετωπίζει το μνημείο ως ένα απλό κέλυφος.
Παράλληλα με την άμεση διάσωση του κτιρίου, η πρόθεση εγκατάστασης του Δημαρχείου στον Ιταλικό Στρατώνα καθιστά αναγκαίο έναν ουσιαστικό και τεκμηριωμένο διάλογο για τη μελλοντική του χρήση. Η έδρα της Δημοτικής Αρχής έχει αναμφίβολα θεσμική και συμβολική σημασία. Ωστόσο, η συγκεκριμένη χρήση συνεπάγεται αυξημένες ανάγκες εξυπηρέτησης, μετακινήσεων και στάθμευσης, με πιθανές επιπτώσεις στη λειτουργία της περιοχής και στις υφιστάμενες ισορροπίες της. Παράλληλα, απαιτείται να αξιολογηθεί κατά πόσο το ίδιο το κτίριο μπορεί να ανταποκριθεί στις λειτουργικές απαιτήσεις ενός Δημαρχείου, χωρίς να αλλοιωθούν τα αρχιτεκτονικά και ιστορικά του χαρακτηριστικά.
Η επιλογή μιας τέτοιας χρήσης δεν μπορεί να εξετάζεται αποσπασματικά, αλλά πρέπει να εντάσσεται σε έναν συνολικό σχεδιασμό για την πόλη, ο οποίος θα συνεκτιμά τις επιπτώσεις στην κυκλοφορία, τη στάθμευση, το πράσινο, τις ανάγκες εξυπηρέτησης, τις καθημερινές μετακινήσεις και τις τουριστικές ροές. Μόνο μέσα από μια τέτοια προσέγγιση μπορούν να αξιολογηθούν ουσιαστικά οι εναλλακτικές δυνατότητες και να ληφθούν αποφάσεις που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες της πόλης, διαφυλάσσοντας παράλληλα τη φυσιογνωμία της περιοχής.
Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Χανίων καλεί τους αρμόδιους φορείς να προχωρήσουν άμεσα στη λήψη μέτρων προστασίας του Ιταλικού Στρατώνα, στην ολοκληρωμένη επιστημονική αξιολόγησή του και στην υλοποίηση μιας αποκατάστασης που θα διασφαλίζει τη διατήρηση του αυθεντικού υλικού και την ανάδειξη της αρχιτεκτονικής του αξίας. Ταυτόχρονα, ζητά η συζήτηση για τη μελλοντική χρήση του να διεξαχθεί με τεκμηρίωση, διαφάνεια και συνολική θεώρηση των αναγκών της πόλης.
Η διάσωση του Ιταλικού Στρατώνα αποτελεί ευθύνη απέναντι στην ιστορία, την πολιτιστική ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη των Χανίων, αλλά και υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές.
Τα Χανιά δεν αντέχουν άλλες απώλειες της αρχιτεκτονικής και ιστορικής τους κληρονομιάς».
















