Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης*
Η νέα έξαρση των πληθωριστικών πιέσεων εμφανίζεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία. Η παγκόσμια οικονομία δεν είχε ακόμη επιστρέψει πλήρως στη σταθερότητα μετά τις διαδοχικές κρίσεις της προηγούμενης περιόδου, όταν οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις άρχισαν να επιβαρύνουν ξανά τις αγορές ενέργειας, τις μεταφορές και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η αφετηρία της σημερινής κατάστασης βρίσκεται στην περίοδο της πανδημίας. Το κλείσιμο εργοστασίων, οι διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, η απότομη μεταβολή της ζήτησης και τα μεγάλης κλίμακας δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης δημιούργησαν έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Στη συνέχεια, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας επιβάρυναν περαιτέρω τις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών.
Κατά το 2024 και το 2025, η εικόνα έδειχνε να βελτιώνεται. Οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούσαν, οι εμπορικές διαδρομές προσαρμόζονταν και είχε αρχίσει περιορισμένη νομισματική χαλάρωση. Ωστόσο, ο πληθωρισμός και τα επιτόκια παρέμειναν υψηλότερα από όσο αναμενόταν.
Το βασικό χαρακτηριστικό του νέου κύματος πληθωρισμού είναι ότι δεν προέρχεται πρωτίστως από υπερβολική ζήτηση. Μπορεί οι τιμές να αυξάνονται ακόμη και όταν τα νοικοκυριά περιορίζουν την κατανάλωση και οι επιχειρήσεις αναβάλλουν επενδύσεις. Η πηγή της πίεσης βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς: πόλεμοι, κυρώσεις, αποκλεισμοί, περιορισμοί εξαγωγών και απειλές κατά κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών μεταβάλλουν το κόστος και τη διαθεσιμότητα της ενέργειας, των τροφίμων και των πρώτων υλών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυνάμεις της αγοράς παύουν να λειτουργούν. Αντίθετα, είναι οι ίδιες οι αγορές που μεταφέρουν στις τιμές τον κλυδωνισμό που προκαλείται από πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις. Η διαφορά είναι ουσιώδης, διότι άλλη πολιτική απαιτεί ένας πληθωρισμός που προκαλείται από υπερβάλλουσα ζήτηση και άλλη ένας πληθωρισμός που ξεκινά από περιορισμούς στην προσφορά.
Πώς μεταδίδεται ο γεωπολιτικός κίνδυνος στις τιμές: Ο μηχανισμός συχνά ξεκινά πριν ακόμη υπάρξει πραγματική έλλειψη προϊόντων ή ενέργειας. Αν αυξηθεί, για παράδειγμα, η πιθανότητα αποκλεισμού μιας στρατηγικής θαλάσσιας οδού, όπως τα Στενά του Ορμούζ, οι αγοραστές αρχίζουν να εξασφαλίζουν προμήθειες νωρίτερα. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αυξάνουν τα ασφάλιστρα κινδύνου, οι μεταφορείς αναπροσαρμόζουν τους ναύλους και οι προμηθευτές ενσωματώνουν στις τιμές το πιθανό υψηλότερο κόστος αναπλήρωσης αποθεμάτων.
Έτσι δημιουργείται ένα ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου. Η τιμή ενός φορτίου μπορεί να αυξηθεί χωρίς το ίδιο το φορτίο να έχει υποστεί ζημία ή χωρίς να έχει ακόμη περιοριστεί πραγματικά η προσφορά.
Σχήμα 1. Εννοιολογική σύνθεση του μηχανισμού μετάδοσης πληθωρισμού.
Αν η απειλή τελικά υλοποιηθεί, η ανατίμηση αποκτά πραγματική βάση. Αντίθετα, μια αξιόπιστη αποκλιμάκωση μπορεί να περιορίσει γρήγορα αυτό το ασφάλιστρο.
Ο δεύτερος δίαυλος είναι οι μεταφορές. Όταν ένα πλοίο αναγκάζεται να παρακάμψει μια επικίνδυνη διαδρομή, αυξάνονται οι ημέρες πλεύσης, η κατανάλωση καυσίμων και το απαιτούμενο κεφάλαιο κίνησης. Το ίδιο πλοίο μπορεί να πραγματοποιεί λιγότερα δρομολόγια στον ίδιο χρόνο, μειώνοντας έτσι την πραγματική μεταφορική δυναμικότητα. Στους υψηλότερους ναύλους προστίθενται τα ασφάλιστρα, η αποθήκευση και το κόστος χρηματοδότησης των αυξημένων αποθεμάτων.
Ο τρίτος δίαυλος είναι η ίδια η παραγωγή. Το ακριβότερο φυσικό αέριο επιβαρύνει τη βιομηχανία και την παραγωγή λιπασμάτων. Το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει το κόστος στις μεταφορές, στη γεωργία και στη διανομή. Το ηλεκτρικό ρεύμα επηρεάζει σχεδόν κάθε παραγωγική δραστηριότητα, από την ψύξη τροφίμων και τα αντλιοστάσια μέχρι τις μεταποιητικές μονάδες και τα ξενοδοχεία.
Έτσι, ένα τρόφιμο μπορεί να γίνει ακριβότερο χωρίς να έχει μειωθεί η παραγωγή του. Αρκεί να έχουν αυξηθεί ταυτόχρονα το κόστος του λιπάσματος, της άρδευσης, της συσκευασίας, της ψύξης και της μεταφοράς.
Η μετακύλιση όμως δεν γίνεται αμέσως ούτε με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους κλάδους. Τα αποθέματα, τα μακροχρόνια συμβόλαια, ο ανταγωνισμός και οι επιδοτήσεις μπορούν να καθυστερήσουν ή να περιορίσουν το πέρασμα του κόστους στον τελικό καταναλωτή. Αν όμως οι ανατιμήσεις διαρκέσουν, οι επιχειρήσεις αναθεωρούν τιμοκαταλόγους και οι εργαζόμενοι διεκδικούν αυξήσεις για να αποκαταστήσουν την αγοραστική τους δύναμη.
Σε αυτό το σημείο υπάρχει κίνδυνος ο αρχικός εξωτερικός κλυδωνισμός να μετατραπεί σε πιο επίμονο πληθωρισμό. Χρειάζεται επίσης σαφής διάκριση ανάμεσα στην ακρίβεια και στον πληθωρισμό. Μια μόνιμη αύξηση του επιπέδου των τιμών δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Η μείωση του πληθωρισμού σημαίνει κυρίως ότι οι τιμές αυξάνονται πιο αργά, όχι ότι επιστρέφουν αναγκαστικά στα προηγούμενα επίπεδα.
Ο χρηματοοικονομικός δίαυλος: Ο γεωπολιτικός κίνδυνος μπορεί να μεταδοθεί και μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αν η διεθνής αβεβαιότητα οδηγήσει σε ενίσχυση του δολαρίου έναντι του ευρώ, οι εισαγωγές ενέργειας που τιμολογούνται σε δολάρια γίνονται ακριβότερες ακόμη και αν η διεθνής τιμή του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου παραμένει αμετάβλητη.
Παράλληλα, η αυξημένη αβεβαιότητα οδηγεί τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις. Το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται και οι επιχειρήσεις μπορεί να αναβάλουν επενδύσεις. Αυτό έχει και μακροπρόθεσμη συνέπεια: αν δεν δημιουργείται νέα παραγωγική δυναμικότητα, η οικονομία γίνεται λιγότερο ικανή να προσαρμόζεται σε μελλοντικές διαταραχές.
Γιατί η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη: Η Ευρώπη βρίσκεται σε δυσμενή θέση εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησής της από εισαγόμενη ενέργεια. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 οι καθαρές εισαγωγές κάλυπταν περίπου το 57% των ενεργειακών αναγκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαφοροποίηση των προμηθευτών ασφαλώς μειώνει την εξάρτηση από μία συγκεκριμένη χώρα, αλλά δεν εξαλείφει την έκθεση στις διεθνείς τιμές. Αν μια μεγάλη πηγή προσφοράς διακοπεί, όλοι οι αγοραστές στρέφονται στις ίδιες εναλλακτικές αγορές, αυξάνοντας τις τιμές ακόμη και από προμηθευτές που θεωρούνται ασφαλείς.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον λογαριασμό ενέργειας των νοικοκυριών. Όσο μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού εισοδήματος δαπανάται για εισαγόμενη ενέργεια, τόσο λιγότεροι πόροι απομένουν για κατανάλωση και επενδύσεις.
Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες αντιμετωπίζουν επίσης σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας έναντι χωρών με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Χημικά, μέταλλα, λιπάσματα και δομικά υλικά αποτελούν εισροές για μεγάλο μέρος της μεταποίησης. Συνεπώς, η αύξηση του ενεργειακού κόστους διαχέεται σε ολόκληρη την παραγωγική βάση.
Αν οι επιχειρήσεις περιορίσουν την παραγωγή ή μεταφέρουν επενδύσεις εκτός Ευρώπης, μια προσωρινή ενεργειακή κρίση μπορεί να αποκτήσει μόνιμο παραγωγικό αποτύπωμα. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού: υψηλότερες τιμές μαζί με ασθενέστερη ανάπτυξη.
Η ειδική περίπτωση της Ελλάδας: Η Ελλάδα έχει πρόσθετες ευαισθησίες λόγω της ενεργειακής εξάρτησης, της γεωγραφίας και του μεγάλου ρόλου των μεταφορών.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το πετρέλαιο και τα πετρελαιοειδή αποτελούσαν το 84% των ενεργειακών εισαγωγών της χώρας το 2024. Το ποσοστό αφορά τη σύνθεση των ενεργειακών εισαγωγών και όχι το σύνολο της ενεργειακής κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά δείχνει πόσο εύκολα μια πετρελαϊκή ανατίμηση μπορεί να διαχυθεί σε μεταφορές, παραγωγή και εξωτερικό ισοζύγιο.
Για τα νοικοκυριά, η πίεση είναι μεγαλύτερη επειδή τα βασικά αγαθά έχουν μικρή ελαστικότητα ζήτησης. Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 δείχνει ότι τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούσαν το 20,7% της μέσης μηνιαίας δαπάνης.
Όταν αυξάνονται οι τιμές αυτών των αγαθών, τα νοικοκυριά δεν μπορούν εύκολα να περιορίσουν την κατανάλωσή τους. Αντίθετα, μειώνουν δαπάνες για ένδυση, αναψυχή, υπηρεσίες ή άλλες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα η πίεση να μεταδίδεται στην τοπική οικονομία.
Οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται ανάμεσα σε δύο αντίθετες πιέσεις: από τη μία πλευρά αυξάνονται τα κόστη εισροών και από την άλλη οι πελάτες διαθέτουν λιγότερη αγοραστική δύναμη. Αν μεταφέρουν όλο το κόστος στις τιμές, μπορεί να χάσουν πωλήσεις. Αν το απορροφήσουν, μειώνονται τα περιθώρια κέρδους και η ρευστότητα.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η σημασία της νησιωτικότητας. Στην Κρήτη και στα υπόλοιπα νησιά, το κόστος των μεταφορών ενσωματώνεται σε τρόφιμα, οικοδομικά υλικά και επιχειρηματικές προμήθειες. Παράλληλα, ο τουρισμός μπορεί να επηρεαστεί διπλά: από υψηλότερα λειτουργικά κόστη και από περιορισμό της ταξιδιωτικής δαπάνης των Ευρωπαίων επισκεπτών.
Τα δύσκολα διλήμματα της οικονομικής πολιτικής: Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο πρόβλημα. Τα υψηλότερα επιτόκια δεν μπορούν να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ ούτε να αυξήσουν την παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου. Μπορούν όμως να συγκρατήσουν τη ζήτηση και να εμποδίσουν τη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου αυξήσεων τιμών και μισθών.
Το κόστος είναι προφανές: υψηλότερα επιτόκια σημαίνουν ακριβότερα δάνεια, μικρότερη επενδυτική δραστηριότητα και μεγαλύτερη πίεση σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η δημοσιονομική πολιτική έχει αντίστοιχο δίλημμα. Οι γενικευμένες επιδοτήσεις μπορούν να περιορίσουν προσωρινά το κόστος για τους καταναλωτές, αλλά μεταφέρουν το βάρος στον κρατικό προϋπολογισμό και μπορούν να διατηρήσουν τεχνητά υψηλή τη ζήτηση για εισαγόμενη ενέργεια.
Πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι η προσωρινή και στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών και των βιώσιμων επιχειρήσεων, με σαφή κριτήρια. Παράλληλα, απαιτούνται έλεγχοι ανταγωνισμού και διαφάνεια στη μετακύλιση του κόστους. Το γεγονός ότι η αρχική αιτία μιας ανατίμησης είναι γεωπολιτική δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση τιμής είναι δικαιολογημένη.
Η μακροπρόθεσμη απάντηση είναι η ανθεκτικότητα: Η σημαντικότερη απάντηση, ωστόσο, δεν βρίσκεται στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση των τιμών αλλά στη μείωση της ίδιας της ευπάθειας.
Η Ευρώπη και η Ελλάδα χρειάζονται μεγαλύτερη ενεργειακή διαφοροποίηση, εξοικονόμηση ενέργειας, ανανεώσιμες πηγές σε συνδυασμό με αποθήκευση και ισχυρότερα δίκτυα, περισσότερους προμηθευτές και εναλλακτικές μεταφορικές διαδρομές.
Η δημιουργία ασφαλέστερων αλυσίδων εφοδιασμού έχει βεβαίως κόστος. Μπορεί να είναι ακριβότερο να διατηρούνται αποθέματα, εναλλακτικοί προμηθευτές ή πλεονάζουσα υποδομή. Το κόστος αυτό όμως πρέπει να συγκρίνεται με τη δυνητική ζημία μιας μεγάλης διακοπής.
Η νέα πραγματικότητα δείχνει ότι η σταθερότητα των τιμών δεν είναι πλέον αποκλειστικά υπόθεση της κεντρικής τράπεζας. Απαιτεί συντονισμό νομισματικής, δημοσιονομικής, ενεργειακής, βιομηχανικής και εξωτερικής πολιτικής.
Ο γεωπολιτικός πληθωρισμός δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως όσο οι οικονομίες παραμένουν εκτεθειμένες σε πολέμους, αποκλεισμούς και διαταραχές διεθνών ροών. Μπορεί όμως να περιοριστεί η ένταση με την οποία ένας εξωτερικός κλυδωνισμός περνά στην εγχώρια οικονομία.
Για την Ελλάδα και την Ευρώπη, αυτό σημαίνει ότι η οικονομική ανθεκτικότητα πρέπει πλέον να θεωρείται μέρος της πολιτικής σταθερότητας των τιμών. Η χώρα που διαθέτει περισσότερες εναλλακτικές στην ενέργεια, στις προμήθειες, στις μεταφορές και στη χρηματοδότηση θα μπορεί να απορροφά καλύτερα τους επόμενους γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς.
Το κρίσιμο ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να προβλέψουμε πότε θα εμφανιστεί η επόμενη κρίση. Είναι να διαμορφώσουμε μια οικονομία στην οποία η επόμενη κρίση θα κοστίσει λιγότερο. Μεσοπρόθεσμα η παγκόσμια κοινότητα πρέπει να αρχίσει να συνεργάζεται για να αντιμετωπίσουν από κοινού τις λιγοστές εκείνες χώρες που με γεωπολιτικούς εκβιασμούς διαταράσσουν την παραγωγή και την διακίνηση των αγαθών και δημιουργούν πληθωρισμό στις χώρες, ο οποίος πληθωρισμό συνεπάγεται την μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, δημιουργεί κοινωνική αστάθεια, που οδηγεί σε ακραίες επιλογές, σε πολιτική αστάθεια και εν τέλει σε ακυβερνησία και σε πολύ χειρότερα προβλήματα.
*Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων













