Γράφει ο Εμμανουήλ Λέκκας*
Η προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι και πρέπει να παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που μια περιοχή προβλέπεται ότι έχει πιθανότητα να αντιμετωπίσει δυσμενείς ή ακόμη και ακραίες καιρικές συνθήκες, η μοναδική ή αυτονόητη λύση είναι η αναστολή της λειτουργίας των σχολείων.
Το σχολείο, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, αποτελεί δημόσια δομή και λειτουργεί καθημερινά χάρη στην παρουσία και την ευθύνη εκπαιδευτικών και λοιπών εργαζομένων, οι οποίοι διαχειρίζονται με επαγγελματισμό και υψηλό αίσθημα ευθύνης την ασφάλεια και την προστασία των παιδιών που τους εμπιστεύεται η κοινωνία.
Επομένως, τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: όταν μια περιοχή αντιμετωπίζει ή προβλέπεται να αντιμετωπίσει δυσμενείς καιρικές συνθήκες, γιατί η λύση της αναστολής λειτουργίας εφαρμόζεται κατ’ εξοχήν στη σχολική δομή, ενώ πολλές άλλες δημόσιες, δημοτικές ή ιδιωτικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν;
Η πραγματικότητα είναι ότι το κλείσιμο των σχολείων δεν αφορά μόνο τους μαθητές. Επηρεάζει άμεσα ολόκληρη την οικογένεια και, ιδιαίτερα, τις οικογένειες στις οποίες εργάζονται και οι δύο γονείς. Όταν το σχολείο κλείνει, οι γονείς καλούνται, συχνά μέσα σε ελάχιστες ώρες, να βρουν λύσεις για τη φύλαξη των παιδιών τους. Επιστρατεύονται παππούδες, γιαγιάδες, συγγενείς και φίλοι, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι γονείς αναγκάζονται να πάρουν τα παιδιά μαζί τους στην εργασία τους ή να απουσιάσουν από αυτήν.
Έτσι, ένα μέτρο που λαμβάνεται με σκοπό την προστασία των μαθητών μπορεί να δημιουργήσει ένα διαφορετικό σύνολο προβλημάτων για τις οικογένειες, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο υποστήριξης και διαχείρισης της κατάστασης.
Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη διάσταση.
Όταν η αντιμετώπιση κάθε έντονου καιρικού φαινομένου συνδέεται αυτομάτως με την αναστολή της καθημερινής ζωής, υπάρχει ο κίνδυνος να καλλιεργείται σταδιακά μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο πολίτης δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί με ψυχραιμία και υπευθυνότητα τις φυσικές συνθήκες που μπορεί να συναντήσει στη ζωή του. Δημιουργείται, έτσι, μια κουλτούρα διαρκούς ανασφάλειας, όπου η προστασία μετατρέπεται σε απομόνωση και η πρόληψη σε περιορισμό της καθημερινότητας.
Η πολιτεία οφείλει ασφαλώς να ενημερώνει έγκαιρα τους πολίτες για την επικινδυνότητα ενός φαινομένου και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα πολιτικής προστασίας. Οφείλει, όμως, ταυτόχρονα να εμπιστεύεται την κρίση των πολιτών και να τους παρέχει τα απαραίτητα εργαλεία ώστε να λαμβάνουν υπεύθυνες αποφάσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε να εξεταστεί ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας των σχολείων σε περιπτώσεις δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Τα σχολεία, εφόσον οι ίδιοι οι χώροι τους είναι ασφαλείς και οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι είναι δυνατή η λειτουργία τους, θα μπορούσαν να παραμένουν ανοικτά και να λειτουργούν με την παρουσία των εκπαιδευτικών και του αναγκαίου προσωπικού, όπως συμβαίνει και με άλλες δημόσιες και ιδιωτικές δομές.
Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρχει σαφής και έγκαιρη ενημέρωση ότι οι μαθητές που, κατά την κρίση των γονέων τους, δεν μπορούν να μετακινηθούν με ασφάλεια προς το σχολείο λόγω των καιρικών συνθηκών, δεν θα υφίστανται τις συνέπειες μιας απουσίας.
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια σημαντική ισορροπία: το σχολείο παραμένει διαθέσιμο ως ασφαλής δημόσια δομή, ενώ οι γονείς, οι οποίοι έχουν την πρωταρχική ευθύνη για τα παιδιά τους εκτός σχολικού πλαισίου, μπορούν να αξιολογήσουν τις πραγματικές συνθήκες και να αποφασίσουν εάν και πώς θα τα μετακινήσουν.
Ακόμη σημαντικότερο είναι να υπάρχει εκ των προτέρων ένα οργανωμένο σχέδιο αντιμετώπισης ακραίων φυσικών φαινομένων.
Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να προβλέπει, μεταξύ άλλων, τι συμβαίνει όταν απρόβλεπτα οι καιρικές συνθήκες επιδεινώνονται κατά τη διάρκεια του σχολικού ωραρίου, πώς διασφαλίζεται η ασφαλής παραμονή των μαθητών στο σχολείο, ποια είναι η διαδικασία ενημέρωσης των γονέων και, κυρίως, πώς πραγματοποιείται η ασφαλής παραλαβή των παιδιών.
Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λήξη των μαθημάτων, οι συνθήκες μετακίνησης δεν επιτρέπουν την ασφαλή επιστροφή των μαθητών στις οικίες τους, το σχολείο θα πρέπει να λειτουργεί ως χώρος προστασίας και όχι ως χώρος που απλώς κλείνει τις πόρτες του. Οι μαθητές θα μπορούσαν να παραμένουν με ασφάλεια στον χώρο του σχολείου, υπό την επίβλεψη των εκπαιδευτικών και του προσωπικού, έως ότου οι γονείς ή οι νόμιμοι συνοδοί τους μπορέσουν να τους παραλάβουν με ασφάλεια.
Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να διατηρεί σε πλήρη ετοιμότητα τις αρμόδιες υπηρεσίες πολιτικής προστασίας, την Ελληνική Αστυνομία, την Πυροσβεστική, τις υπηρεσίες υγείας, τους δήμους και κάθε άλλη δημόσια δομή που μπορεί να χρειαστεί να παρέμβει, ώστε να προστατεύονται οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί και οι οικογένειες όπου και όταν αυτό απαιτείται.
Η ουσία, επομένως, δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην «ασφάλεια» και στη «λειτουργία». Η πραγματική πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που θα μπορεί να παρέχει και τα δύο.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται να μάθει να φοβάται τα φυσικά φαινόμενα. Χρειάζεται να μάθει να τα αντιμετωπίζει με ενημέρωση, πρόληψη, ψυχραιμία, οργάνωση και υπευθυνότητα.
Η προστασία των παιδιών δεν επιτυγχάνεται αποκλειστικά με το κλείσιμο των σχολείων. Επιτυγχάνεται με ασφαλείς υποδομές, εκπαιδευμένους και υπεύθυνους λειτουργούς, σχέδια έκτακτης ανάγκης, αποτελεσματικό μηχανισμό πολιτικής προστασίας και σαφή κατανομή ευθυνών.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι ένα κράτος που κάθε φορά που εμφανίζεται ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο κλείνει τις δομές του για να περιορίσει τον κίνδυνο. Το ζητούμενο είναι ένα κράτος που έχει σχεδιάσει εκ των προτέρων πώς θα προστατεύσει τους πολίτες του όταν ο κίνδυνος εμφανιστεί.
Γιατί η πραγματική ασφάλεια δεν είναι ο εγκλωβισμός.
Η πραγματική ασφάλεια είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να συνεχίζει να λειτουργεί με υπευθυνότητα ακόμη και όταν οι συνθήκες γίνονται δύσκολες.
Και η προστασία της ανθρώπινης ζωής, όσο αδιαπραγμάτευτη κι αν είναι, δεν θα πρέπει να μετατρέπεται σε φόβο απέναντι στην ίδια τη ζωή.
*O Εμμανουήλ Λέκκας είναι Μετεωρολόγος, MSc













