Στο Δημοτικό Συμβούλιο Χανίων μεταφέρθηκε η αντιπαράθεση για τα νέα μισθώματα των καταστημάτων της Δημοτικής Αγοράς, με την αντιπολίτευση να ασκεί έντονη κριτική στη δημοτική αρχή για τον τρόπο και τον χρόνο με τον οποίο ζητήθηκε από τους παλαιούς καταστηματάρχες να αποφασίσουν αν θα κάνουν χρήση του δικαιώματος επανεγκατάστασης.
Η επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης, Κατερίνα Μανιμανάκη, χαρακτήρισε ασφυκτική την προθεσμία που δόθηκε στους επαγγελματίες, σημειώνοντας ότι η ενημέρωσή τους έγινε μόλις λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Υποστήριξε ότι δεν υπήρχε επαρκής χρόνος ώστε οι ενδιαφερόμενοι να αξιολογήσουν τα νέα οικονομικά δεδομένα και αναρωτήθηκε γιατί δεν χορηγήθηκε νέα παράταση.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο δημοτικός σύμβουλος της Λαϊκής Συσπείρωσης, Μιλτιάδης Κλωνιζάκης, ο οποίος υποστήριξε ότι πριν από την καταληκτική ημερομηνία θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί αναλυτικά από τη δημοτική αρχή και τον εκτιμητή η μεθοδολογία με την οποία καθορίστηκαν τα νέα μισθώματα, ώστε να υπάρξει ουσιαστική και διαφανής διαβούλευση με τους επαγγελματίες.
Απαντώντας στις επικρίσεις, ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Τάσος Αλόγλου επισήμανε ότι ο Δήμος δεν έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στο ύψος των μισθωμάτων, καθώς αυτά προκύπτουν από την ανεξάρτητη εκτίμηση. Όπως ανέφερε, οι παλαιοί καταστηματάρχες ενημερώθηκαν ηλεκτρονικά για το ύψος του μισθώματος που αντιστοιχεί στη χρήση που είχαν ζητήσει και κλήθηκαν να απαντήσουν εάν επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα επανεγκατάστασης.
Ο κ. Αλόγλου σημείωσε ότι η διαδικασία της επανεγκατάστασης εξελίσσεται εδώ και μήνες και ότι το μόνο στοιχείο που απέμενε ήταν η γνωστοποίηση του τελικού μισθώματος, ώστε κάθε ενδιαφερόμενος να αξιολογήσει το επιχειρηματικό του σχέδιο. Παράλληλα, ανέφερε πως μέχρι την έναρξη της συνεδρίασης περίπου 30 παλαιοί καταστηματάρχες είχαν ήδη απαντήσει, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν δικαιολογούσε νέα παράταση.
Ο αντιδήμαρχος υπογράμμισε ακόμη ότι όσοι αποδεχθούν το νέο μίσθωμα δεν θα επιβαρυνθούν με επιπλέον κοινόχρηστες χρεώσεις, πέραν της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, καθώς τα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα θα καλύπτονται από τον Δήμο, με στόχο τη μείωση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων.


















