Γράφει η Ευαγγελία Φανουράκη*
Τις τελευταίες εβδομάδες η Κρήτη συζητά έντονα τη δημιουργία δομής προσωρινής φιλοξενίας και καταγραφής προσφύγων και μεταναστών.
Στις δημόσιες τοποθετήσεις ακούγονται γνώριμα επιχειρήματα.
Θα αυξηθεί η εγκληματικότητα.
Θα πληγεί ο τουρισμός.
Θα υποβαθμιστεί η περιοχή.
Θα αλλάξει ο χαρακτήρας του τόπου.
Πριν προχωρήσει κανείς σε οποιαδήποτε συζήτηση για το στίγμα και τον αποκλεισμό, οφείλει να αναγνωρίσει κάτι αυτονόητο. Οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι υποχρεωμένες να αποδέχονται άκριτα οποιαδήποτε κρατική απόφαση. Οι κάτοικοι έχουν δικαίωμα να ανησυχούν για την ασφάλεια, τις υποδομές, τη χωρητικότητα των υπηρεσιών υγείας, την εκπαίδευση, την κοινωνική συνοχή και τις οικονομικές επιπτώσεις μιας μεγάλης δομής φιλοξενίας. Ιδιαίτερα σε περιοχές που στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό, οι φόβοι για πιθανές συνέπειες στην τοπική οικονομία δεν μπορούν να απορριφθούν ως παράλογοι ή ανύπαρκτοι. Η δημοκρατία απαιτεί οι ανησυχίες αυτές να ακούγονται και να απαντώνται με στοιχεία, σχέδιο και διαφάνεια.
Ακριβώς όμως επειδή οι ανησυχίες αυτές είναι πραγματικές, αξίζει να αναρωτηθούμε πότε ένας εύλογος προβληματισμός μετατρέπεται σε συλλογικό φόβο και πότε ο φόβος αυτός αρχίζει να μετασχηματίζεται σε στίγμα. Η κοινωνική επιστήμη δεν μας καλεί να αγνοήσουμε τις δυσκολίες. Μας καλεί να εξετάσουμε με προσοχή τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τους ανθρώπους που βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των συζητήσεων.
Δεν γνωρίζω αν όσοι αντιδρούν έχουν δίκιο ή άδικο. Γνωρίζω όμως ότι οι φόβοι αυτοί δεν εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ιστορία. Κάθε κοινωνία, σε κάθε εποχή, καλείται να αποφασίσει ποιον θεωρεί επικίνδυνο, ποιον θεωρεί ανεπιθύμητο και ποιον είναι διατεθειμένη να απομακρύνει από το οπτικό της πεδίο.
Πριν από έναν αιώνα η ελληνική κοινωνία φοβόταν έναν άλλο πληθυσμό.
Τους λεπρούς.
Η Σπιναλόγκα δεν δημιουργήθηκε επειδή οι άνθρωποι που μεταφέρθηκαν εκεί ήταν εγκληματίες ή επειδή αποτελούσαν ηθική απειλή. Δημιουργήθηκε επειδή θεωρήθηκαν κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, για την κοινωνική τάξη και για την αίσθηση ασφάλειας της υπόλοιπης κοινωνίας. Η απομόνωσή τους παρουσιάστηκε ως αναγκαία για το κοινό καλό.
Ο κοινωνιολόγος Erving Goffman, στο κλασικό έργο του για το στίγμα, υποστήριξε ότι το στίγμα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπου αλλά μια κοινωνική σχέση. Ένας άνθρωπος γίνεται «στιγματισμένος» όταν παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και μετατρέπεται σε κατηγορία. Δεν είναι πλέον ο Γιώργος, η Μαρία ή ο Μανώλης. Είναι ο λεπρός. Ο ξένος. Ο πρόσφυγας. Ο επικίνδυνος.
Αυτό ακριβώς συνέβη στη Σπιναλόγκα.
Οι ασθενείς δεν απομονώθηκαν μόνο από τη νόσο τους. Απομονώθηκαν από το κοινωνικό βλέμμα. Οι οικογένειές τους κουβαλούσαν το ίδιο στίγμα. Η κοινωνία δεν απομάκρυνε απλώς μια ασθένεια. Απομάκρυνε ανθρώπους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι αυτοί διαγράφονταν όχι μόνο από τη συλλογική μνήμη αλλά και από τα ίδια τα δημοτολόγια, σαν να έπαυαν να υπάρχουν ως πολίτες.
Η ανθρωπολόγος Mary Douglas προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Στο έργο της «Purity and Danger» υποστήριξε ότι οι κοινωνίες δεν φοβούνται μόνο τον πραγματικό κίνδυνο. Φοβούνται κυρίως ό,τι αμφισβητεί τις κατηγορίες τους. Η «μόλυνση» δεν είναι πάντοτε βιολογική. Συχνά είναι συμβολική. Ο άνθρωπος που δεν χωρά εύκολα στις υπάρχουσες ταξινομήσεις — ο ξένος, ο εξόριστος, ο ασθενής, ο πρόσφυγας — αντιμετωπίζεται ως απειλή επειδή διαταράσσει την αίσθηση τάξης και κανονικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η Σπιναλόγκα δεν υπήρξε μόνο τόπος απομόνωσης μιας νόσου, αλλά και τόπος απομάκρυνσης μιας συμβολικής «ακαθαρσίας» που η κοινωνία δεν ήθελε να βλέπει.
Ο Michel Foucault θα περιέγραφε αυτή τη διαδικασία ως μορφή βιοπολιτικής. Τα σύγχρονα κράτη δεν ασκούν εξουσία μόνο μέσω νόμων και ποινών. Ασκούν εξουσία μέσω της διαχείρισης των πληθυσμών. Καταγράφουν, ταξινομούν, επιτηρούν και μετακινούν ανθρώπους. Αποφασίζουν ποιοι θεωρούνται κίνδυνος και ποιοι όχι. Ποιοι πρέπει να ενσωματωθούν και ποιοι να περιοριστούν.
Η Σπιναλόγκα υπήρξε ένας τέτοιος μηχανισμός.
Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, χιλιάδες μετανάστες περνούσαν από το Ellis Island. Υποβάλλονταν σε εξετάσεις, ελέγχους και αξιολογήσεις. Επισήμως οι έλεγχοι ήταν υγειονομικοί. Στην πραγματικότητα όμως λειτουργούσαν και ως κοινωνικό φίλτρο. Η αμερικανική κοινωνία επιχειρούσε να διαχωρίσει τους επιθυμητούς από τους ανεπιθύμητους, εκείνους που θα γίνονταν δεκτοί από εκείνους που θεωρούνταν βάρος ή απειλή.
Κάθε εποχή έχει τους δικούς της «επικίνδυνους».
Κάποτε ήταν οι λεπροί.
Κάποτε οι φτωχοί μετανάστες.
Σήμερα συχνά είναι οι πρόσφυγες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι περιπτώσεις είναι ίδιες.
Η Σπιναλόγκα δεν είναι η Μόρια.
Η λέπρα δεν είναι η προσφυγιά.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.
Υπάρχουν όμως ορισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Η δημιουργία φόβου γύρω από συγκεκριμένες ομάδες. Η σύνδεσή τους με την εγκληματικότητα, την ανασφάλεια ή την υποβάθμιση. Η ανάγκη να τοποθετηθούν «κάπου αλλού». Όχι εδώ. Όχι δίπλα μας. Όχι στη δική μας γειτονιά.
Ο René Girard προσέγγισε το ζήτημα από διαφορετική σκοπιά. Υποστήριξε ότι σε περιόδους αβεβαιότητας και κοινωνικής έντασης οι κοινότητες συχνά αναζητούν έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Μια ομάδα πάνω στην οποία προβάλλουν τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις αντιφάσεις τους. Ο αποδιοπομπαίος τράγος δεν επιλέγεται επειδή ευθύνεται πραγματικά για όλα όσα του αποδίδονται, αλλά επειδή η ύπαρξή του επιτρέπει στην κοινωνία να συγκροτήσει μια αίσθηση ενότητας απέναντι σε έναν κοινό «άλλο».
Ίσως γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον ότι αρκετοί σύγχρονοι μελετητές δεν βλέπουν πλέον τη Σπιναλόγκα μόνο ως τόπο ιστορίας αλλά και ως τόπο μνήμης. Έναν χώρο που μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε πώς οι κοινωνίες διαχειρίζονται όσους φοβούνται και πώς αφηγούνται αργότερα αυτή τη διαχείριση.
Σήμερα η Σπιναλόγκα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας. Χιλιάδες επισκέπτες διασχίζουν καθημερινά τα σοκάκια της. Συγκινούνται από τις ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν εκεί. Αναγνωρίζουν την αδικία που βίωσαν. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν πώς μια κοινωνία μπόρεσε να τους απομονώσει για δεκαετίες.
Όμως κάθε γενιά διαθέτει την πολυτέλεια να καταδικάζει τις αδικίες του παρελθόντος.
Η πραγματική δοκιμασία είναι αν μπορεί να αναγνωρίσει τις δικές της.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο πού θα χωροθετηθεί μια δομή φιλοξενίας ή ποια θα είναι η μεταναστευτική πολιτική της χώρας.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι άλλο.
Ποιον φοβόμαστε σήμερα;
Και ακόμη περισσότερο:
Τι θα λένε για εμάς οι επόμενες γενιές όταν κοιτάζουν τις δικές μας αποφάσεις;
Ότι σταθήκαμε απέναντι σε ανθρώπους με φόβο;
Ή ότι μπορέσαμε να συζητήσουμε ένα δύσκολο ζήτημα χωρίς να ξεχάσουμε ποτέ την ανθρώπινη ιδιότητά τους;
Η Σπιναλόγκα μάς διδάσκει κάτι που ξεπερνά τη λέπρα και την ιστορία της.
Ότι πίσω από κάθε κοινωνικό στίγμα υπάρχει ένας άνθρωπος.
Και ότι οι κοινωνίες κρίνονται όχι μόνο από το πώς προστατεύουν τον εαυτό τους, αλλά και από το πώς αντιμετωπίζουν εκείνους που φοβούνται περισσότερο.
*H Ευαγγελία Φανουράκη είναι Υγιεινολόγος MPh, MSc, Πρώην Κοινή Διοικήτρια των διασυνδεόμενων νοσοκομείων “Γ.Ν. Λασιθίου” – “Γ. Ν. – Κ.Υ. Νεαπόλεως «Διαλυνάκειο», Δημοτική Σύμβουλος Αγίου Νικολάου













